Καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις στο ΕΣΥ: «Πολύμηνες αναμονές και δυσκολία πρόσβασης», λένε γιατροί

  • Γιάννα Σουλάκη
επεμβάσεις
Ο Φώτης Τουλγαρίδης, Επεμβατικός Καρδιολόγος, Μέλος του ΔΣ της ΕΙΝΑΠ, επισημαίνει σε άρθρο του στο iatropedia.gr τα προβλήματα που υπάρχουν στο ΕΣΥ αναφορικά με τις καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις.

Του:  Φώτη Τουλγαρίδη*

Η έγκαιρη πραγματοποίηση καρδιοχειρουργικών και διακαθετηριακών επεμβάσεων σε αυτούς που τις έχουν ανάγκη δεν επηρεάζει μόνο την ποιότητα ζωής, αλλά συχνά και την ίδια την πρόγνωση των ασθενών, ιδίως σε περιπτώσεις σοβαρής στεφανιαίας νόσου, βαλβιδοπαθειών ή προχωρημένης καρδιακής ανεπάρκειας.

Οι δύο βασικές κατευθύνσεις που υπάρχουν στην επεμβατική αντιμετώπιση των καρδιοπαθειών είναι:

α) χειρουργική επεμβατική αντιμετώπιση, μέσω των ειδικοτήτων της καρδιοχειρουργικής, αγγειοχειρουργικής και θωρακοχειρουργικής. Διακρίνουμε κύρια την ειδικότητα της καρδιοχειρουργικής. Η πιο ευρέως ασκούμενη επέμβαση είναι  η αορτοστεφανιαία παράκαμψη (CABG), όπου ο μέσος χρόνος αναμονής για προγραμματισμένη πράξη απαιτεί συνήθως αρκετούς μήνες (συνηθέστερα άνω των 6, σε κάποιες περιπτώσεις ακόμα και παραπάνω) πάντοτε μιλώντας για το ΕΣΥ. Αυτό έχει σαφώς την εξήγησή του, καθότι σε ολόκληρο το Λεκανοπέδιο μόνο 3 Δημόσια Νοσοκομεία πραγματοποιούν τις εν λόγω επεμβάσεις (Ευαγγελισμός, Αττικόν, Ιπποκράτειο). Οι επεμβάσεις αυτές έχουν σαφέστατα μικρότερες αναμονές σε αριθμητικά περισσότερα ιδιωτικά νοσοκομεία. Στη δυνατότητα που παρέχει  το Ωνάσειο για προγραμματισμένα, πρωινά χειρουργεία, επίσης οι αναμονές ξεπερνούν συχνά τους 4-5 μήνες. Οι περιπτώσεις ασθενών με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (δηλαδή οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου) που σε θεωρητικό επίπεδο απαιτούν άμεση επαναιμάτωση μέσω του CABG, όταν αυτό κρίνεται η καταλληλότερη μέθοδος, τείνουν να γίνουν ανέκδοτο για το ΕΣΥ. Αντίστοιχη είναι και η εικόνα για το σκέλος των καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων που αφορούν την ύπαρξη υποκείμενων βαλβιδοπαθειών όπως ασθενών με σοβαρή συμπτωματική αορτική στένωση, ασθενών που χρήζουν χειρουργικής αντικατάστασης αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδας κ.α., όπου ο μέσος χρόνος αναμονής ξεπερνά κατά κανόνα τους 3 μήνες τουλάχιστον (συχνά ακόμα και το διπλάσιο διάστημα).

β) διαδερμική αντιμετώπιση, με τη συμβολή της επεμβατικής καρδιολογίας, επεμβατικής ηλεκτροφυσιολογίας και σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως στα ανευρύσματα τύπου Β κατά Stanford) και της επεμβατικής ακτινολογίας. Στον τομέα της επεμβατικής καρδιολογίας, οι χρόνοι αναμονής μπορεί να είναι-κατά περιπτώσεις-ακόμα χειρότεροι. Η πιο ευρέως ασκούμενη πράξη είναι η διαδερμική στεφανιαία παρέμβαση με αγγειοπλαστική σε κάποια στεφανιαία αρτηρία με σοβαρή στένωση (PCI) σε σταθερά ή οξέα στεφανιαία σύνδρομα.  Οι αναμονές για τα οξέα περιστατικά, είναι σχετικά μικρές, πλην όμως ότι για παράδειγμα η καθυστέρηση της διακομιδής ενός ασθενούς από την περιφέρεια στο Λεκανοπέδιο, μπορεί να αποβεί μηριαία. Για τα χρόνια στεφανιαία σύνδρομα κυμαίνονται συνήθως μέχρι 2 μήνες. Ωστόσο το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, που συχνά ξεπερνάει την ομολογουμένως σοκαριστική αναμονή 6μήνου για χειρουργική επαναιμάτωση, είναι αυτό της διακαθετηριακής αντικατάστασης της σοβαρής στένωσης της αορτικής βαλβίδας (TAVI). Στο ΕΣΥ ο μέσος χρόνος αναμονής στις περισσότερες περιπτώσεις είναι τουλάχιστον 6μηνο, ενώ υπάρχουν και κέντρα που ξεπερνούν κατά πολύ και το 12μηνο. Την κατάσταση κάνει πιο εκρηκτική και το γεγονός ότι αυτοί οι ασθενείς που αναμένουν για TAVI, έχουν εκ προοιμίου κριθεί ως υψηλού χειρουργικού κινδύνου ή και ανεγχείρητοι. Τέλος, οι διακαθετηριακές επεμβάσεις σχετικά με τις υπόλοιπες βαλβιδοπάθειες πραγματοποιούνται ελάχιστα στο ΕΣΥ, σε αντίθεση με τα μεγάλα ιδιωτικά νοσοκομεία που αποτελούν σχεδόν το μοναδικό χώρο που οι ασθενείς αυτοί αντιμετωπίζονται διακαθετηριακά.  Περιπτώσεις που αφορούν την υπόλοιπη γκάμα περιστατικών σχετικά με τη διακαθετηριακή αντιμετώπιση των δομικών μυοκαρδιοπαθειών έχουν μικρότερες αναμονές από ότι οι ασθενείς προς TAVI.

Από κλινικής, ιατρικής πλευράς, η αναμονή δεν είναι ουδέτερη περίοδος. Ασθενείς με σημαντική στεφανιαία νόσο διατρέχουν κίνδυνο οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, ενώ όσοι πάσχουν από σοβαρές βαλβιδοπάθειες ενδέχεται να εμφανίσουν απορρύθμιση καρδιακής ανεπάρκειας, επικίνδυνες για την ζωή αρρυθμίες ή αιφνίδιο θάνατο. Ταυτόχρονα υφίστανται τη συμπτωματική επιδείνωση της νόσου τους, μαζί με την ψυχολογική καταπίεση στην οποία υπόκεινται αναγκαστικά.

Ο χρόνος αναμονής για κάθε επέμβαση σχετίζεται με τη συμπλοκότητα του υποκείμενου νοσήματος, τον αριθμό των δημόσιων νοσοκομείων που διαθέτουν το σύνολο των συχνά εξειδικευμένων ειδικοτήτων και υπο-ειδικοτήτων που αντικειμενικά απαιτούνται (πέραν των χειρουργών θώρακα-καρδιάς-αγγείων και επεμβατικών καρδιολόγων ή ηλεκτροφυσιολόγων απαιτούνται αναισθησιολόγοι και άλλες σχετικές ειδικότητες π.χ. ενατικολόγοι, νεφρολόγοι κ.ά.), την πληρότητα των διαθέσιμων κλινών (τόσο σε απλές κλίνες των εκάστοτε ειδικοτήτων-όσο και τη διαθεσιμότητα κλινών εντατικής θεραπείας, όπως των κλινών της Μονάδας Εμφραγμάτων, ΑΚΑ και ΜΕΘ), το βαθμό στελέχωσης του υπόλοιπου αναγκαίου προσωπικού (νοσηλευτές, τραυματιοφορείς κτλ.) και την ύπαρξη εξειδικευμένου τεχνικού εξοπλισμού βάσει των σύγχρονων επιστημονικών δυνατοτήτων (π.χ. ύπαρξη αγγειογράφου, αίθουσα αιμοδυναμικού κτλ).

Το υπαρκτό και ζωτικής σημασίας πρόβλημα των αναμονών των ασθενών για την οριστική επεμβατική αντιμετώπιση της πάθησης του καρδιαγγειακού στο δημόσιο σύστημα υγείας (ΕΣΥ), έχει τη ρίζα στην πολιτική που εφάρμοσαν  όλες οι κυβερνήσεις και στην εμπορευματική φύση τόσο της πρόληψης-όσο και της υγείας. Αυτό άλλωστε επιβάλλει η στρατηγική της ΕΕ. Αυτές οι πολιτικές είναι συνυφασμένες με την υποστελέχωση, τη μη ανανέωση του απαρχαιωμένου εξοπλισμού, τις κενές αίθουσες επεμβατικών πράξεων που δε χρησιμοποιούνται καθημερινά και τις μακρές λίστες αναμονής για επεμβάσεις, ειδικά σε ορισμένους τομείς. Απαιτείται αγώνας και διεκδίκηση ενάντια σε αυτή την πολιτική. Μόνο έτσι μπορεί να υπάρξει εξαφάνιση των λιστών αναμονής για αυτές τις επεμβάσεις που είναι απαραίτητες ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη αντιμετώπιση.

 

*Ο Φώτης Τουλγαρίδης, είναι Επεμβατικός Καρδιολόγος, Μέλος του ΔΣ της ΕΙΝΑΠ