Ιατρικός Σύλλογος Λάρισας: Μεγάλη αύξηση σε κρούσματα γρίπης Α – Ποιοι πρέπει και ποιοι δεν πρέπει να εμβολιαστούν
Σε κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης βρίσκονται οι υγειονομικοί φορείς της χώρας, καθώς καταγράφεται σημαντική αύξηση των κρουσμάτων γρίπης τύπου Α (H3N2 ή «υποκλάδος Κ»), ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες.
Η συγκεκριμένη παραλλαγή, που έχει γίνει ευρύτερα γνωστή ως «σούπερ γρίπη», χαρακτηρίζεται από έντονα και συχνά πιο βαριά συμπτώματα, προκαλώντας αυξημένη ανησυχία σε γιατρούς και υγειονομικές αρχές.
- Διαβάστε επίσης – Γιαννάκος: Σήμα κινδύνου από την Πνευμονολογική του Γ.Ν. Άρτας, λόγω έλλειψης γιατρών
Σε σχετική ανακοίνωσή του, ο Ιατρικός Σύλλογος Λάρισας επισημαίνει ότι τα παιδιά λειτουργούν ως βασικό «ρεζερβουάρ» των ιώσεων, ειδικά κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, τροφοδοτώντας τους κύκλους μετάδοσης μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον κατά τη διάρκεια των εορτών.
Όπως τονίζεται, οι ηλικιωμένοι και τα άτομα που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες αποδεικνύονται οι πιο ευάλωτοι κρίκοι στην αλυσίδα της μετάδοσης, με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών.
Οι ειδικοί ξεκαθαρίζουν ότι δεν πρόκειται για νέο ιό, ωστόσο υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης των συμπτωμάτων και της πρόληψης, κυρίως για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, καθώς η νόσηση από τον H3N2 μπορεί να αποδειχθεί πιο επιβαρυντική σε σύγκριση με άλλες μορφές εποχικής γρίπης.
Η λοίμωξη χαρακτηρίζεται συχνά από απότομη έναρξη, με συμπτώματα που εμφανίζονται μέσα σε λίγες ώρες και είναι σαφώς πιο έντονα από εκείνα του κοινού κρυολογήματος.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, η «σούπερ γρίπη» προκαλεί υψηλό πυρετό – συχνά άνω των 38 βαθμών Κελσίου –, ρίγη, έντονη εφίδρωση, σοβαρή κόπωση και αίσθημα εξάντλησης που μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες, καθώς και μυϊκούς και αρθρικούς πόνους, δυνατό πονοκέφαλο και επίμονο ξηρό βήχα.
Δεν είναι σπάνια και η εμφάνιση πονόλαιμου και καταρροής, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στα παιδιά, παρατηρούνται και γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως ναυτία, έμετος ή διάρροια.
Οι γιατροί επισημαίνουν ότι για τη μεγάλη πλειονότητα των ασθενών τα συμπτώματα υποχωρούν σταδιακά με ξεκούραση, επαρκή ενυδάτωση και υποστηρικτική αγωγή.
Ωστόσο, σε ηλικιωμένους, σε άτομα με καρδιοαναπνευστικά νοσήματα, σακχαρώδη διαβήτη ή εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, η νόσηση από τον H3N2 μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως πνευμονία, αφυδάτωση ή επιδείνωση χρόνιων παθήσεων, καθιστώντας αναγκαία την ιατρική παρακολούθηση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται, σύμφωνα με τους ειδικούς, όταν ο πυρετός επιμένει για περισσότερες από τρεις ημέρες ή όταν εμφανίζονται συμπτώματα όπως δυσκολία στην αναπνοή, έντονη αδυναμία, σύγχυση ή πόνος στο στήθος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η έγκαιρη προσέλευση σε γιατρό μπορεί να αποτρέψει σοβαρότερες εξελίξεις και να συμβάλει σε πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση.
Παράλληλα, ο Ιατρικός Σύλλογος Λάρισας τονίζει τη σημασία της πιστής τήρησης των μέτρων ατομικής προστασίας, όπως το συχνό πλύσιμο των χεριών, η αποφυγή στενής επαφής με άτομα που εμφανίζουν συμπτώματα γρίπης και η τήρηση βασικών κανόνων αναπνευστικής υγιεινής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον καλό αερισμό των κλειστών χώρων και στην παραμονή στο σπίτι όταν υπάρχουν συμπτώματα, ώστε να περιορίζεται η διασπορά του ιού.
Βασικό προληπτικό μέτρο παραμένει ο έγκαιρος αντιγριπικός εμβολιασμός, ο οποίος, όπως υπογραμμίζεται, μειώνει τόσο την πιθανότητα νόσησης όσο και τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τον κίνδυνο επιπλοκών, ιδίως στις ομάδες υψηλού κινδύνου.
Ολόκληρη η ανακοίνωση του Ιατρικού Συλλόγου Λάρισας για την έξαρση της γρίπης
Τα παιδιά αποτελούν το ρεζερβουάρ των ιώσεων ιδιαίτερα το τελευταίο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου, τροφοδοτώντας τους κύκλους μετάδοσης στο οικογενειακό περιβάλλον κατά τις εορταστικές ημέρες. Οι ηλικιωμένοι και όσοι ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες αποδεικνύονται οι αδύναμοι κρίκοι στην αλυσίδα της μετάδοσης.
Δεν πρόκειται για νέο ιό κυρίως όσον αφορά την έγκαιρη αναγνώριση των συμπτωμάτων και την πρόληψη, ιδιαίτερα στις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, καθώς η νόσηση μπορεί να αποδειχθεί πιο επιβαρυντική σε σχέση με άλλες μορφές εποχικής γρίπης.
Η λοίμωξη από τη νέα παραλλαγή της γρίπης χαρακτηρίζεται συνήθως από απότομη εμφάνιση συμπτωμάτων, που συχνά είναι πιο βαριά και καθηλωτικά σε σύγκριση με το κοινό κρυολόγημα.
Προκαλεί έντονη αδιαθεσία που εμφανίζεται μέσα σε λίγες ώρες, με τα πιο συχνά συμπτώματα να περιλαμβάνουν υψηλό πυρετό, συχνά πάνω από 38°C, ρίγη και έντονη εφίδρωση, σοβαρή κόπωση και αίσθημα εξάντλησης που μπορεί να διαρκέσει αρκετές ημέρες, μυϊκούς και αρθρικούς πόνους, δυνατό πονοκέφαλο, ξηρό και επίμονο βήχα, πονόλαιμο και καταρροή.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στα παιδιά, μπορεί να εμφανιστούν και γαστρεντερικά συμπτώματα, όπως ναυτία, έμετος ή διάρροια.
Για τους περισσότερους, τα συμπτώματα υποχωρούν σταδιακά με ξεκούραση, καλή ενυδάτωση και υποστηρικτική αγωγή. Ωστόσο, σε ηλικιωμένους, άτομα με καρδιοαναπνευστικά νοσήματα, διαβήτη ή εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα, ο H3N2 μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές, όπως πνευμονία, αφυδάτωση ή επιδείνωση χρόνιων παθήσεων, καθιστώντας απαραίτητη την ιατρική παρακολούθηση.
Απαιτείται αυξημένη προσοχή όταν ο πυρετός επιμένει για περισσότερες από τρεις ημέρες, όταν εμφανίζεται δυσκολία στην αναπνοή, έντονη αδυναμία, σύγχυση ή πόνος στο στήθος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η έγκαιρη προσέλευση σε γιατρό μπορεί να αποτρέψει σοβαρότερες εξελίξεις και να οδηγήσει σε πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση.
Εξίσου σημαντικά είναι και τα καθημερινά μέτρα ατομικής προστασίας, τα οποία συμβάλλουν καθοριστικά στον περιορισμό της μετάδοσης του ιού.
Συστήνεται συχνό και σχολαστικό πλύσιμο των χεριών, αποφυγή στενής επαφής με άτομα που εμφανίζουν συμπτώματα γρίπης και τήρηση βασικών κανόνων αναπνευστικής υγιεινής.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην κάλυψη του στόματος και της μύτης κατά τον βήχα ή το φτέρνισμα, στον καλό αερισμό των κλειστών χώρων και στην παραμονή στο σπίτι όταν εμφανίζονται συμπτώματα, ώστε να περιορίζεται η διασπορά του ιού και να προστατεύεται το κοινωνικό σύνολο.
Βασικό προληπτικό μέτρο παραμένει ο έγκαιρος αντιγριπικός εμβολιασμός: Φέτος ειδικά κυκλοφορεί και η ενδορυνική μορφή του εμβολίου, που συνιστάται κατά προτεραιότητα στην ηλικία των 2 έως 5 ετών, πέρα από τις κλασσικές μορφές εμβολίου.
Ο ετήσιος εμβολιασμός συνιστάται ιδιαίτερα για τις παρακάτω ομάδες υψηλού κινδύνου:
- Άτομα ≥60 ετών
- Άτομα με χρόνια νοσήματα, όπως:
- Καρδιοπάθειες
- Πνευμονοπάθειες (ΧΑΠ, άσθμα)
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Νεφρική ή ηπατική νόσος
- Ανοσοκαταστολή (λόγω φαρμάκων ή νόσου)
- Έγκυες γυναίκες
- Παιδιά >6 μηνών με χρόνια προβλήματα υγείας
- Επαγγελματίες υγείας
- Άτομα που φροντίζουν βρέφη, ηλικιωμένους ή ανοσοκατεσταλμένους
- Ένοικοι και προσωπικό ιδρυμάτων μακροχρόνιας φροντίδας
Ο εμβολιασμός γίνεται μία φορά τον χρόνο (σε παιδιά κάτω των 9 ετών γίνονται 2 δόσεις όταν πρωτοεμβολιαζονται), κατά προτίμηση από Οκτώβριο έως Δεκέμβριο, πριν από την έξαρση της γρίπης.
Η ανοσία αναπτύσσεται περίπου 2 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό και διαρκεί 6–12 μήνες.
Δεν πρέπει να γίνεται το εμβόλιο σε:
Άτομα με σοβαρή αλλεργία σε προηγούμενη δόση ή σε συστατικά του εμβολίου (π.χ. σε πρωτεΐνες αυγού, ανάλογα με το εμβόλιο).
Άτομα με οξεία εμπύρετη νόσο (αναβάλλεται έως την ανάρρωση).
Οι παρενέργειες είναι συνήθως ήπιες και παροδικές:
- Πόνος, ερυθρότητα ή πρήξιμο στο σημείο του εμβολιασμού
- Ήπιος πυρετός ή κακουχία
- Σπάνια, αλλεργική αντίδραση.
Όσον αφορά τα οφέλη, ο εμβολιασμός μειώνει την πιθανότητα νόσησης από γρίπη, μειώνει την ένταση των συμπτωμάτων σε περίπτωση νόσησης, προστατεύει τις ευπαθείς ομάδες ενώ παράλληλα μειώνει την πιθανότητα επιπλοκών (π.χ. πνευμονία, νοσηλεία, θάνατο).
Το ενδορυνικό εμβόλιο (LAIV) με ζώντες εξασθενημένους ιούς:
- Αναμένεται να συμβάλει στην καλύτερη αποδοχή του εμβολιασμού στα παιδιά λόγω της οδού χορήγησής του.
- Έχει ικανοποιητικό προφίλ ασφάλειας, αλλά λόγω των εξασθενημένων ιών που περιέχει η χορήγηση του αντενδείκνυται σε παιδιά που έχουν εμφανίσει υποτροπιάζοντα επεισόδια συριγμού τους τελευταίους 12 μήνες ή ιστορικό βρογχικού άσθματος, σε εκείνα με ανοσοκαταστολή (κληρονομική ή επίκτητη) ή σε παιδιά που λαμβάνουν μακροχρόνια αγωγή με ασπιρίνη.
- Σε παιδιά 2 έως 5 ετών που διαβιούν με άτομα με σοβαρή ανοσοκαταστολή συνιστάται ο εμβολιασμός με αδρανοποιημένο αντιγριπικό εμβόλιο και όχι με LAIV.
Σε κάθε περίπτωση, μόνον ο παιδίατρος για τα παιδιά μέχρι 16 χρονών ή ο θεράπων γιατρός για τους άνω των 16 είναι ο επιστημονικά υπεύθυνος για την επιλογή του είδους του εμβολίου, τον αριθμό των δόσεων, την οδό χορήγησης, αλλά και την εκτέλεση του εμβολιασμού.
Συνιστούμε, τόσο στους επαγγελματίες υγείας όσο και στους συμπολίτες μας, την πιστή εφαρμογή της αναλυτικής εγκυκλίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα από το υπ. Υγείας”΄.
Φωτογρφία: istock




