Iatropedia

Τριχοτιλλομανία: Δεν είναι μόνο το άγχος – Τι ρόλο παίζουν η πλήξη και η κούραση

Stressed woman losing hair and holding it at home

Νέα μελέτη εξετάζει τι μας σπρώχνει να τραβάμε τα μαλλιά μας και δείχνει ότι η συμπεριφορά μπορεί να συνδέεται και με καταστάσεις χαμηλής διέγερσης.

Η τριχοτιλλομανία, δηλαδή η επαναλαμβανόμενη και συχνά ακατανίκητη παρόρμηση να τραβά κανείς τις τρίχες από το κεφάλι, τα φρύδια, τις βλεφαρίδες ή άλλα σημεία του σώματος, δεν είναι ένα σύγχρονο φαινόμενο. Ιστορικές αναφορές για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά εντοπίζονται ήδη σε κείμενα του Ιπποκράτη και του Αριστοτέλη.

Σήμερα, η τριχοτιλλομανία, γνωστή και ως διαταραχή τραβήγματος των μαλλιών, ταξινομείται στις επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές που επικεντρώνονται στο σώμα. Μπορεί να προκαλέσει εμφανή τριχόπτωση και να επηρεάσει σημαντικά την ψυχολογική κατάσταση, την κοινωνική ζωή και την καθημερινότητα ενός ανθρώπου.

Υπολογίζεται ότι επηρεάζει περίπου το 1-2% του πληθυσμού στις ΗΠΑ, ενώ μπορεί να συνυπάρχει με καταστάσεις όπως το άγχος, η κατάθλιψη, η διαταραχή μετατραυματικού στρες, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και η ΔΕΠΥ.

Δεν φταίνε πάντα τα αρνητικά συναισθήματα

Μία από τις πιο διαδεδομένες εξηγήσεις για την τριχοτιλλομανία είναι ότι το τράβηγμα των μαλλιών λειτουργεί ως ένας τρόπος συναισθηματικής ρύθμισης. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ένα άτομο μπορεί να καταφεύγει στη συγκεκριμένη συμπεριφορά όταν αισθάνεται άγχος, ένταση, απογοήτευση ή άλλη συναισθηματική δυσφορία, ενώ στη συνέχεια να αισθάνεται προσωρινή ανακούφιση.

Ωστόσο, προηγούμενες έρευνες έχουν δώσει λιγότερο ξεκάθαρη εικόνα. Το τράβηγμα μπορεί να συμβεί ακόμη και όταν κάποιος είναι αφηρημένος ή δεν έχει πλήρη επίγνωση ότι το κάνει.

Για να εξετάσουν καλύτερα τι συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο, ερευνητές από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Χαϊδελβέργης παρακολούθησαν για 10 ημέρες 61 ενήλικες με τριχοτιλλομανία. Αντί να βασιστούν στην ανάκληση των γεγονότων στο τέλος κάθε ημέρας, χρησιμοποίησαν τη λεγόμενη «στιγμιαία αξιολόγηση», μια μέθοδο που καταγράφει τις εμπειρίες των συμμετεχόντων τη στιγμή που συμβαίνουν.

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Comprehensive Psychiatry, λάμβαναν επτά ερωτήσεις την ημέρα, μεταξύ 8 π.μ. και 10 μ.μ., σχετικά με την τρέχουσα συναισθηματική τους κατάσταση, την ένταση της παρόρμησης να τραβήξουν τα μαλλιά τους και το αν είχαν προηγηθεί επεισόδια τραβήγματος. Συνολικά καταγράφηκαν 2.557 στιγμιαίες αξιολογήσεις και 702 επεισόδια τραβήγματος μαλλιών.

Η παρόρμηση φαίνεται να είναι πιο σημαντική από το συναίσθημα

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο ισχυρότερη ήταν η παρόρμηση για τράβηγμα των μαλλιών, τόσο πιθανότερο ήταν να ακολουθήσει ένα επεισόδιο. Μάλιστα, μια έντονη παρόρμηση σε μία αξιολόγηση μπορούσε να προβλέψει το τράβηγμα και στην επόμενη. Παράλληλα, ένα προηγούμενο επεισόδιο αύξανε την πιθανότητα να ακολουθήσει ακόμη ένα μέσα στην ίδια ημέρα.

Αντίθετα, οι συναισθηματικές καταστάσεις φάνηκαν να έχουν μικρότερη προγνωστική αξία. Τα αρνητικά συναισθήματα, όπως το άγχος, ο θυμός, η θλίψη, η ενοχή και η νευρικότητα, συνδέθηκαν με ισχυρότερες παρορμήσεις, όπως συνέβη και με τον επίμονο αρνητικό συλλογισμό, την κούραση και την πλήξη. Τα θετικά συναισθήματα, από την άλλη, συνδέθηκαν με ασθενέστερες παρορμήσεις.

Η πλήξη ήταν το εύρημα που ξεχώρισε περισσότερο. Συνδέθηκε τόσο με το τράβηγμα των μαλλιών τη δεδομένη στιγμή όσο και με την πιθανότητα να ακολουθήσει νέο επεισόδιο. Η κούραση, αντίστοιχα, συνδέθηκε με ισχυρότερες παρορμήσεις, χωρίς όμως να προβλέπει από μόνη της ότι θα ακολουθήσει τράβηγμα.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την υπόθεση πως η τριχοτιλλομανία δεν αποτελεί πάντοτε απλώς αντίδραση σε συναισθηματική δυσφορία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η συμπεριφορά μπορεί να σχετίζεται και με καταστάσεις χαμηλής διέγερσης, όπως η βαρεμάρα ή η κόπωση. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές αυτού του τύπου μπορεί να συμβάλλουν στη ρύθμιση των επιπέδων εσωτερικής διέγερσης.

«Τα μοντέλα που εστιάζουν αποκλειστικά στη συναισθηματική δυσλειτουργία μπορεί να είναι ανεπαρκή», σημειώνουν οι ερευνητές, τονίζοντας ότι η τριχοτιλλομανία πιθανότατα δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους.

Η μελέτη έχει ορισμένους περιορισμούς, καθώς περιλάμβανε σχετικά μικρό και κυρίως γυναικείο δείγμα, ενώ οι συμμετέχοντες χρειάστηκε να είναι αρκετά συνεπείς ώστε να ολοκληρώσουν την εντατική παρακολούθηση για 10 ημέρες. Επιπλέον, οι αξιολογήσεις μπορούσαν να απέχουν έως και τέσσερις ώρες, με αποτέλεσμα ορισμένες γρήγορες μεταβολές στις παρορμήσεις ή στα συναισθήματα να μην έχουν καταγραφεί.

Παρά τους περιορισμούς, τα ευρήματα δείχνουν ότι για την καλύτερη κατανόηση της τριχοτιλλομανίας ίσως χρειάζεται να κοιτάξουμε πέρα από το άγχος και τη θλίψη και να εξετάσουμε τι συμβαίνει ανάμεσα στην παρόρμηση και την πράξη, συμπεριλαμβανομένης της πλήξης, της κούρασης, της εσωτερικής διέγερσης, των αισθητηριακών ερεθισμάτων και του βαθμού επίγνωσης της ίδιας της συμπεριφοράς.

Φωτογραφία iStock