Iatropedia

Διαβήτης και φυτικές ίνες: Τι άλλαξε στη ρύθμιση του σακχάρου μετά από 12 εβδομάδες αυξημένης πρόσληψης

Μικρή κλινική δοκιμή συνέδεσε ένα οργανωμένο πρόγραμμα πλούσιο σε φυτικές ίνες με καλύτερο έλεγχο του σακχάρου, χαμηλότερο βάρος και αλλαγές στο μικροβίωμα

Μέσα σε μόλις 12 εβδομάδες, ένα οργανωμένο διατροφικό πρόγραμμα πλούσιο σε φυτικές ίνες συνδέθηκε με καλύτερο έλεγχο του σακχάρου, χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος και σαφείς αλλαγές στα βακτήρια του εντέρου. Αφορούσε δε σε ανθρώπους που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με διαβήτη τύπου 2 και είχαν υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία.

Το ενδιαφέρον της μελέτης δεν βρίσκεται μόνο στο ότι οι συμμετέχοντες βελτίωσαν ορισμένους μεταβολικούς δείκτες. Οι ερευνητές παρακολούθησαν παράλληλα τι συνέβαινε στο μικροβίωμά τους και διαπίστωσαν ότι οι θετικές αλλαγές στο έντερο είχαν αρχίσει να εμφανίζονται ήδη μέσα στον πρώτο μήνα.

Σε ορισμένους συμμετέχοντες, μάλιστα, συνδέθηκαν συγκεκριμένες μεταβολές στις ουσίες που παράγουν τα βακτήρια του εντέρου,  με μεγαλύτερη πτώση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης.

Η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη ή HbA1c είναι ένας από τους βασικούς δείκτες που χρησιμοποιούνται στον διαβήτη, επειδή δίνει μια εικόνα των μέσων επιπέδων γλυκόζης κατά τους προηγούμενους δύο έως τρεις μήνες.

Η μελέτη

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στις 2 Οκτωβρίου στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers in Microbiology και περιέλαβε 48 ενήλικες με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2 και υπερβάλλον βάρος ή παχυσαρκία.

Οι 36 εντάχθηκαν σε πρόγραμμα υψηλής πρόσληψης φυτικών ινών χωρίς αντιδιαβητική φαρμακευτική αγωγή, ενώ οι 12 έλαβαν μόνο μετφορμίνη. Συνολικά, 46 άτομα ολοκλήρωσαν τη δοκιμή των 84 ημερών.

Δεν ήταν απλώς «φάτε περισσότερες ίνες»

Η διατροφική παρέμβαση ήταν αρκετά πιο οργανωμένη από μια γενική συμβουλή για περισσότερα όσπρια ή φρούτα, αφού έχει διαγνωστεί διαβήτης. 

Οι συμμετέχοντες λάμβαναν δύο ειδικά μείγματα φυτικών ινών, τα οποία περιείχαν, μεταξύ άλλων, ίνες από σιτάρι, βρώμη και κριθάρι, ανθεκτική δεξτρίνη, ινουλίνη και ολιγοσακχαρίτες. Οι ποσότητες προσαρμόζονταν από διαιτολόγους ανάλογα με το σωματικό μέγεθος, τη φυσική δραστηριότητα, τη μεταβολική κατάσταση και το πόσο καλά ανεχόταν κάθε συμμετέχων τις ίνες.

Παράλληλα, υπήρχε καθοδήγηση και για το υπόλοιπο διαιτολόγιο, με έμφαση σε τρόφιμα όπως λαχανικά, προϊόντα σόγιας, μανιτάρια, φρούτα και άλλα τρόφιμα. Αυτό έχει σημασία γιατί τα αποτελέσματα δεν μπορούν να αποδοθούν σε ένα μόνο τρόφιμο ή σε έναν μόνο τύπο ίνας. Οι ερευνητές εξέτασαν ουσιαστικά ένα συνολικό διατροφικό πρόγραμμα υψηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.

Διαβήτης τύπου 2 και φυτικές ίνες: – Τι άλλαξε στο σάκχαρο και στο βάρος

Στο τέλος των 84 ημερών, η ομάδα της διατροφικής παρέμβασης είχε, μετά τη συνεκτίμηση των αρχικών τιμών, χαμηλότερη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη και χαμηλότερο δείκτη μάζας σώματος σε σύγκριση με την ομάδα της μετφορμίνης. Καταγράφηκε επίσης μικρότερη διακύμανση των τιμών σακχάρου μέσα στην ημέρα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν πάντως ότι η σύγκριση με τη μετφορμίνη χρειάζεται προσοχή. Η ομάδα που έλαβε το φάρμακο ήταν αρκετά μικρότερη και η συνολική διάρκεια της μελέτης σύντομη. Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν το περιορισμένο και άνισο μέγεθος των δύο ομάδων βασικό περιορισμό της μελέτης.

Το έντερο άρχισε να αλλάζει από την τέταρτη εβδομάδα

Το μικροβίωμα άρχισε να αλλάζει ήδη μέσα στον πρώτο μήνα της αυξημένης πρόσληψης φυτικών ινών.

Αυτό έχει σημασία γιατί δείχνει ότι το έντερο μπορεί να ανταποκριθεί σχετικά γρήγορα σε μια αλλαγή της διατροφής και ότι αυτές οι μεταβολές ίσως συνδέονται με καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου.

Γιατί ενδιαφέρουν τόσο τους επιστήμονες αυτές οι αλλαγές

Όταν τα βακτήρια του εντέρου διασπούν τις φυτικές ίνες, παράγουν ουσίες όπως το οξικό οξύ.

Στη μελέτη:

25 από τους 34 συμμετέχοντες με υψηλή πρόσληψη φυτικών ινών είχαν αύξηση του οξικού. Αυτοί παρουσίασαν και μεγαλύτερη μείωση της HbA1c στις 4 και 8 εβδομάδες.

Αυτό δεν αποδεικνύει ότι το οξικό προκάλεσε τη βελτίωση. Δείχνει όμως ότι δεν ανταποκρίνονται όλοι το ίδιο στις φυτικές ίνες και ότι το μικροβίωμα ίσως παίζει ρόλο.

Στο μέλλον, τέτοια στοιχεία θα μπορούσαν να βοηθήσουν σε πιο εξατομικευμένες διατροφικές παρεμβάσεις για τον διαβήτη.

Διαβήτης – Γιατί οι φυτικές ίνες έχουν ήδη θέση στη διατροφή

Η νέα μελέτη προσθέτει στοιχεία για το μικροβίωμα, αλλά η αξία των φυτικών ινών στη διατροφή ανθρώπων όταν υπάρχει διαβήτης είναι γνωστή εδώ και χρόνια.

Σύμφωνα με τα αμερικανικά CDC, οι φυτικές ίνες δεν διασπώνται και δεν απορροφώνται από τον οργανισμό με τον ίδιο τρόπο όπως άλλοι υδατάνθρακες και επομένως δεν προκαλούν την ίδια απότομη αύξηση του σακχάρου. Οι διαλυτές ίνες, μάλιστα, σχηματίζουν με το νερό μια ουσία σαν γέλη, η οποία επιβραδύνει την πέψη. Παράλληλα, οι ίνες βοηθούν στον κορεσμό και μπορούν να συμβάλουν στη διαχείριση του σωματικού βάρους.

Καλές πηγές είναι:

Η Αμερικανική Διαβητολογική Εταιρεία συστήνει οι φυτικές ίνες να προέρχονται κατά προτίμηση από ολόκληρα τρόφιμα και αναφέρει ως γενικό στόχο τουλάχιστον 14 γραμμάρια φυτικών ινών ανά 1.000 θερμίδες. Για συμπληρώματα ινών συνιστά προηγουμένως συζήτηση με την ομάδα που παρακολουθεί τον διαβήτη.

Η αύξηση των φυτικών ινών χρειάζεται επίσης να γίνεται σταδιακά. Μια απότομη μεγάλη αύξηση μπορεί να προκαλέσει φούσκωμα, αέρια, κράμπες ή αλλαγές στις κενώσεις, ενώ είναι σημαντική και η επαρκής πρόσληψη νερού.

Τι δεν πρέπει να συμπεράνουμε από τη μελέτη

Η δοκιμή δεν δείχνει ότι μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες μπορεί να αντικαταστήσει τη μετφορμίνη ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία  που απαιτεί ο διαβήτης.

Ήταν μία μικρή, μονοκεντρική μελέτη, με μόλις 12 άτομα στην ομάδα της μετφορμίνης και διάρκεια 84 ημερών. Επιπλέον, η διατροφική παρέμβαση περιλάμβανε πολλά διαφορετικά είδη ινών και συνολική διατροφική καθοδήγηση, επομένως δεν μπορεί να απομονωθεί ποιο στοιχείο προκάλεσε κάθε αποτέλεσμα.

Φωτογραφία: istock