Iatropedia

Πότε η εμμονή με ένα «ελάττωμα» στην εμφάνισή μας είναι ψυχική διαταραχή

Η σωματοδυσμορφική διαταραχή δεν είναι απλή δυσαρέσκεια με την εμφάνιση. Η σκέψη για ένα μικρό ή ακόμη και μη ορατό «ελάττωμα» μπορεί να καταλαμβάνει ώρες, να οδηγεί σε επαναλαμβανόμενους ελέγχους και να επηρεάζει σοβαρά την καθημερινή ζωή. Πώς αναγνωρίζεται, γιατί συχνά μένει αδιάγνωστη και πώς αντιμετωπίζεται

Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν κάτι στην εμφάνισή τους που δεν τους αρέσει ιδιαίτερα. Μπορεί να είναι η μύτη, το δέρμα, τα μαλλιά, το βάρος ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό. Συνήθως, όμως, αυτή η δυσαρέσκεια δεν καθορίζει την καθημερινότητά τους.

Στη σωματοδυσμορφική διαταραχή (Body Dysmorphic Disorder – BDD) συμβαίνει κάτι πολύ διαφορετικό.  Ο άνθρωπος δεν σκέφτεται απλώς ότι ένα χαρακτηριστικό του δεν του αρέσει. Ασχολείται επίμονα με ένα ή περισσότερα σημεία της εμφάνισής του που θεωρεί ελαττωματικά, ενώ στους άλλους το υποτιθέμενο πρόβλημα είτε δεν είναι ορατό είτε φαίνεται πολύ μικρό. Η σκέψη επανέρχεται  και μπορεί να προκαλεί έντονο άγχος, ντροπή και αποφυγή ανθρώπων ή καταστάσεων.

Η διαταραχή υπολογίζεται ότι αφορά περίπου το 2% του ενήλικου πληθυσμού και συχνά αρχίζει πριν από τα 18 χρόνια. Παράλληλα, παραμένει σε σημαντικό βαθμό υποδιαγνωσμένη.

Τι ακριβώς λέει το DSM-5-TR

Το DSM-5-TR είναι η τελευταία έκδοση του Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, δηλαδή του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (APA). Εκδόθηκε το 2022 και χρησιμοποιείται από επαγγελματίες ψυχικής υγείας ως ένα από τα βασικά εργαλεία για την ταξινόμηση και τη διάγνωση των ψυχικών διαταραχών. Δεν αποτελεί εγχειρίδιο θεραπείας.

Το DSM-5-TR εντάσσει τη σωματοδυσμορφική διαταραχή στις ιδεοψυχαναγκαστικές και συναφείς διαταραχές.

Για να τεθεί η διάγνωση, δεν αρκεί κάποιος να είναι απλώς δυσαρεστημένος με την εμφάνισή του. Πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να υπάρχει έντονη ενασχόληση με ένα ή περισσότερα υποτιθέμενα ελαττώματα, τα οποία οι άλλοι δεν βλέπουν ή θεωρούν πολύ μικρά. Παράλληλα εμφανίζονται επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις, όπως ο συνεχής έλεγχος στον καθρέφτη ή η σύγκριση της εμφάνισης με εκείνη άλλων ανθρώπων. Όλα αυτά, για να υφίσταται διαταραχή, πρέπει να προκαλούν σημαντική ψυχική δυσφορία ή να επηρεάζουν ουσιαστικά την κοινωνική, επαγγελματική, σχολική ή άλλη λειτουργικότητα.

Υπάρχει ακόμη μία βασική προϋπόθεση. Όταν η ανησυχία αφορά αποκλειστικά το βάρος ή το σωματικό λίπος και υπάρχουν τα χαρακτηριστικά μιας διατροφικής διαταραχής, η εικόνα δεν αποδίδεται στη σωματοδυσμορφική διαταραχή.

Είναι το «ελάττωμα» πραγματικό ή φανταστικό;

Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημεία που συχνά παρεξηγούνται. Το χαρακτηριστικό που απασχολεί τον άνθρωπο μπορεί να μην υπάρχει ουσιαστικά καθόλου. Μπορεί όμως να υπάρχει πραγματικά μια μικρή ατέλεια, η οποία στα μάτια του αποκτά δυσανάλογα μεγάλη σημασία.

Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να έχει μια μικρή ουλή που οι περισσότεροι άνθρωποι σχεδόν δεν προσέχουν. Ο ίδιος όμως μπορεί να είναι πεπεισμένος ότι η ουλή παραμορφώνει ολόκληρο το πρόσωπό του, ότι όλοι την κοιτούν και ότι γι’ αυτό τον κρίνουν αρνητικά.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν κρίνεται μόνο από το αν υπάρχει πράγματι κάποιο χαρακτηριστικό. Κρίνεται από τον τρόπο με τον οποίο το βιώνει ο άνθρωπος, από τον χρόνο που καταλαμβάνει στη σκέψη του και από το πόσο επηρεάζει τη ζωή του.

Σωματοδυσμορφική διαταραχή – Τα συμπτώματα

Η διαταραχή μπορεί να αφορά οποιοδήποτε μέρος του σώματος. Συχνά η προσοχή στρέφεται στο πρόσωπο, στο δέρμα, στα μαλλιά ή στη μύτη, αλλά το σημείο που απασχολεί το άτομο μπορεί να αλλάξει με τον χρόνο.

Τα συχνότερα σημάδια περιλαμβάνουν:

Έτσι δημιουργείται συχνά ένας φαύλος κύκλος. Ο άνθρωπος κοιτάζεται για να καθησυχαστεί, αλλά λίγο αργότερα χρειάζεται να κοιταχτεί ξανά. Ζητά από κάποιον να του πει ότι «δεν φαίνεται τίποτα», όμως η διαβεβαίωση δεν κρατά. Κρύβει το χαρακτηριστικό, αλλά ακριβώς αυτή η προσπάθεια το κρατά συνεχώς στο επίκεντρο της προσοχής του.

Παραληρηματική και μη παραληρηματική μορφή: Τι ισχύει σήμερα

Σε παλαιότερα κείμενα μπορεί να συναντήσει κανείς τον διαχωρισμό σε παραληρηματική και μη παραληρηματική σωματοδυσμορφική διαταραχή.

Το σημερινό DSM-5-TR δεν τις αντιμετωπίζει ως δύο διαφορετικές διαταραχές. Αντίθετα, προσδιορίζει πόση επίγνωση έχει ο άνθρωπος ότι η πεποίθησή του για την εμφάνισή του μπορεί να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Με καλή ή μέτρια επίγνωση, το άτομο μπορεί να αναγνωρίζει ότι ίσως η εικόνα που έχει δεν είναι απολύτως σωστή. Με φτωχή επίγνωση θεωρεί ότι οι πεποιθήσεις του είναι πιθανότατα αληθινές. Στην περίπτωση απουσίας επίγνωσης ή παραληρηματικών πεποιθήσεων, το άτομο είναι απολύτως πεπεισμένο ότι το «ελάττωμα» υπάρχει και είναι ακριβώς όπως το αντιλαμβάνεται.

Αυτό εξηγεί και γιατί δεν βοηθά πάντα η φράση «μα δεν έχεις τίποτα». Για τον άνθρωπο που το βιώνει, το πρόβλημα μπορεί να είναι απολύτως πραγματικό.

Το DSM-5-TR προβλέπει επίσης τον προσδιορισμό «με μυϊκή δυσμορφία», όταν κάποιος ασχολείται επίμονα με την ιδέα ότι το σώμα του δεν είναι αρκετά μυώδες ή αρκετά γραμμωμένο.

Γιατί είναι τόσο δύσκολο να διαγνωστεί

Η σωματοδυσμορφική διαταραχή μπορεί να παραμείνει αδιάγνωστη επί χρόνια.Ένας λόγος είναι η ντροπή. Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να αποκαλύψουν πόσο πολύ τους απασχολεί η εμφάνισή τους. Άλλοι δεν θεωρούν ότι υπάρχει ψυχικό πρόβλημα. Είναι πεπεισμένοι ότι υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στο πρόσωπο ή στο σώμα τους και γι’ αυτό μπορεί να απευθυνθούν πρώτα σε δερματολόγο, πλαστικό χειρουργό ή άλλο γιατρό.

Η διάγνωση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο επειδή ορισμένα συμπτώματα μοιάζουν με εκείνα άλλων διαταραχών.

Στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (OCD), για παράδειγμα, υπάρχουν επίσης επίμονες σκέψεις και επαναλαμβανόμενες πράξεις, όμως αυτές δεν περιστρέφονται κατ’ ανάγκη γύρω από την προσπάθεια διόρθωσης της εμφάνισης. Στις διατροφικές διαταραχές, το επίκεντρο βρίσκεται κυρίως στο βάρος και στο σχήμα του σώματος και συνοδεύεται από διαταραγμένη διατροφική συμπεριφορά. Στην κοινωνική αγχώδη διαταραχή μπορεί επίσης να υπάρχει φόβος για το βλέμμα και την κρίση των άλλων, χωρίς όμως την ιδιαίτερη εμμονή με ένα θεωρούμενο σωματικό ελάττωμα.

Γι’ αυτό η διάγνωση δεν βασίζεται σε ένα μόνο σύμπτωμα αλλά στη συνολική εικόνα.

Οι έφηβοι χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή

Η εφηβεία είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς τότε εμφανίζεται συχνά για πρώτη φορά η διαταραχή.

Ανασκόπηση του 2024 στο Journal of Child Psychology and Psychiatry αναφέρει ότι περίπου 2% των εφήβων μπορεί να έχουν σωματοδυσμορφική διαταραχή σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και τονίζει ότι η κατάσταση παραμένει εντυπωσιακά υποδιαγνωσμένη και υποθεραπευμένη, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων.

Μεγάλη μελέτη σε παιδιά και εφήβους βρήκε επίσης ότι η διαταραχή ήταν πολύ συχνότερη στην εφηβεία απ’ ό,τι στην παιδική ηλικία και συνδεόταν με σημαντικές δυσκολίες στην καθημερινή λειτουργικότητα.

Στον έφηβο, η κατάσταση μπορεί αρχικά να μοιάζει με «υπερβολική ανασφάλεια». Το παιδί μπορεί να περνά πολλή ώρα μπροστά στον καθρέφτη, να αρνείται να φωτογραφηθεί, να καλύπτει συνεχώς το πρόσωπο ή το σώμα του, να συγκρίνεται ασταμάτητα με συνομηλίκους ή να αρχίζει να αποφεύγει το σχολείο και τις παρέες.

Ακριβώς επειδή η εμφάνιση αποκτά φυσιολογικά μεγαλύτερη σημασία στην εφηβεία, χρειάζεται προσοχή στη διαφορά ανάμεσα στη συνηθισμένη ανασφάλεια και σε μια κατάσταση που προκαλεί έντονη δυσφορία και περιορίζει τη ζωή του παιδιού.

Τι γνωρίζουμε για τις αιτίες

Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη αιτία που να εξηγεί γιατί εμφανίζεται η σωματοδυσμορφική διαταραχή.

Η μεγάλη ανασκόπηση του Nature Reviews Disease Primers, αναφέρει ότι τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν πιθανότατα μια αλληλεπίδραση γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Η έρευνα για τους μηχανισμούς της διαταραχής παραμένει περιορισμένη. Ορισμένες μελέτες έχουν εντοπίσει διαφορές σε εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την οπτική και συναισθηματική επεξεργασία, αλλά τα δεδομένα δεν επιτρέπουν ακόμη οριστικά συμπεράσματα.

Έχουν επίσης συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο από εμπειρίες όπως το bullying, τα πειράγματα ή η κακοποίηση στην παιδική ηλικία. Χωρίς, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι μία τέτοια εμπειρία προκαλεί από μόνη της τη διαταραχή. Τέλος, μπορεί να υπάρχει οικογενειακή ή γενετική καταβολή.

Συχνά δεν εμφανίζεται μόνη της – Συνοσηρότητα

Η σωματοδυσμορφική διαταραχή συχνά συνυπάρχει με άλλα προβλήματα ψυχικής υγείας.

Ιδιαίτερα συχνές είναι η μείζων κατάθλιψη, η κοινωνική αγχώδης διαταραχή και η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, ενώ μπορεί να συνυπάρχουν διατροφικές διαταραχές ή προβλήματα χρήσης ουσιών.

Στους νέους η συνοσηρότητα είναι επίσης υψηλή. Σε μελέτη 172 παιδιών και εφήβων που είχαν διαγνωστεί σε εξειδικευμένα κέντρα, περισσότεροι από 7 στους 10 είχαν και άλλη ψυχιατρική διαταραχή. Η ίδια μελέτη ανέδειξε σημαντική επιβάρυνση στη σχολική και κοινωνική ζωή.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στον κίνδυνο αυτοτραυματισμού και αυτοκτονικού ιδεασμού, ο οποίος είναι αυξημένος στη σωματοδυσμορφική διαταραχή. Γι’ αυτό η έγκαιρη αναγνώριση και η σωστή αξιολόγηση έχουν μεγάλη σημασία.

Πώς αντιμετωπίζεται

Η σωματοδυσμορφική διαταραχή μπορεί να αντιμετωπιστεί. Το DSM καθορίζει τα διαγνωστικά κριτήρια, αλλά δεν δίνει θεραπευτικές οδηγίες. Οι συστάσεις για τη θεραπεία προέρχονται από κλινικές κατευθυντήριες οδηγίες και μελέτες.

Μία από τις βασικές θεραπείες είναι η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) ειδικά προσαρμοσμένη στη διαταραχή. Δεν έχει στόχο απλώς να πείσει τον άνθρωπο ότι «είναι μια χαρά». Δουλεύει πάνω στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύει την εμφάνισή του και κυρίως στον κύκλο των συμπεριφορών που διατηρούν το πρόβλημα. Δηλαδη τον  ασταμάτητο έλεγχο, τις συγκρίσεις, την αναζήτηση επιβεβαίωσης και την αποφυγή κοινωνικών καταστάσεων.

Στη θεραπεία μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η έκθεση με παρεμπόδιση αντίδρασης (ERP): ο άνθρωπος έρχεται σταδιακά αντιμέτωπος με καταστάσεις που αποφεύγει, χωρίς να καταφεύγει κάθε φορά στις συνήθεις τελετουργίες ελέγχου ή απόκρυψης.

Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται επίσης εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs). Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να χρειάζεται συνδυασμός φαρμακευτικής αγωγής και CBT, πάντα μετά από αξιολόγηση από ειδικό. Στα παιδιά και στους εφήβους η θεραπευτική προσέγγιση προσαρμόζεται στην ηλικία και συχνά περιλαμβάνει και την οικογένεια ή τους φροντιστές.

Το ουσιαστικό είναι να αναγνωριστεί εγκαίρως η στιγμή που η εμφάνιση έχει πάψει να αποτελεί απλώς μια πηγή ανασφάλειας. Όταν μια «ατέλεια» καταλαμβάνει ώρες από τη σκέψη, αλλάζει τον τρόπο που κάποιος ζει, τον απομακρύνει από ανθρώπους ή δραστηριότητες και τον εγκλωβίζει σε συνεχείς ελέγχους και διορθώσεις, χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό ψυχικής υγείας. Η διαταραχή είναι πραγματική, αλλά είναι και αντιμετωπίσιμη.

Φωτογραφία: istock