Γιατί με ορισμένους ανθρώπους η επικοινωνία κυλά αβίαστα, σαν να γνωρίζεστε από καιρό, ενώ με άλλους ακόμα και οι πιο απλές κουβέντες φαίνονται δύσκολες ή αμήχανες;
Η απάντηση σε αυτό το κοινό, αλλά βαθιά ανθρώπινο ερώτημα, βρίσκεται σε μια σχετικά νέα επιστημονική προσέγγιση που ονομάζεται διαπροσωπικός συγχρονισμός.
- Διαβάστε επίσης: Η μυστηριώδης επίδραση της τσίχλας στον εγκέφαλο
Πρόκειται για ένα φαινόμενο κατά το οποίο ο νους και το σώμα δύο ανθρώπων συγχρονίζονται σε πραγματικό χρόνο: κινήσεις, εκφράσεις προσώπου, καρδιακοί παλμοί, ακόμα και εγκεφαλικά κύματα φαίνεται να ευθυγραμμίζονται όταν υπάρχει θετική σύνδεση.
Τι σημαίνει όμως αυτό στην πράξη για τις ανθρώπινες σχέσεις; Πόσο «βιολογική» είναι τελικά η χημεία μεταξύ δύο ανθρώπων; Και πώς μπορεί η κατανόηση αυτού του φαινομένου να μας βοηθήσει να χτίσουμε πιο ουσιαστικές σχέσεις;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που διερευνά άρθρο της δημοσιογράφου Κέιτ Μέρφι, το οποίο δημοσιεύθηκε στη Wall Street Journal και βασίζεται στο νέο βιβλίο της με τίτλο Why We Click: The New Science of Human Connection.
Τι αποκαλύπτει η επιστήμη για τον συγχρονισμό μεταξύ των ανθρώπων
Υπάρχουν φορές που η επικοινωνία με έναν άγνωστο μοιάζει απόλυτα φυσική: το βλέμμα, η γλώσσα του σώματος, ακόμη και ο ρυθμός της ομιλίας συγχρονίζονται από την πρώτη στιγμή. Αυτή η αίσθηση του «κλικ» δεν είναι μόνο κοινωνική ή συναισθηματική. Η σύγχρονη επιστήμη αποκαλύπτει ότι πρόκειται για ένα βιολογικά θεμελιωμένο φαινόμενο που ονομάζεται διαπροσωπικός συγχρονισμός.
Αυτός ο όρος περιγράφει το πώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος, η φυσιολογία και η συμπεριφορά μας έχουν την ικανότητα να συγχρονίζονται με εκείνες άλλων ανθρώπων — ακόμα κι όταν δεν το συνειδητοποιούμε.
Πώς λειτουργεί ο διαπροσωπικός συγχρονισμός
Όταν δύο άνθρωποι αλληλεπιδρούν ουσιαστικά, συμβαίνουν πολλά ταυτόχρονα σε επίπεδο σώματος και εγκεφάλου:
- Καθρεφτίζουν ασυναίσθητα τις κινήσεις και τις εκφράσεις ο ένας του άλλου
- Ο καρδιακός ρυθμός και η αναπνοή τους συγχρονίζονται
- Ακόμη και οι εγκεφαλικές τους δραστηριότητες τείνουν να ευθυγραμμίζονται
Αυτό το «ταίριασμα» δεν είναι απλώς αποτέλεσμα παρατήρησης ή μίμησης. Πρόκειται για μια αρχέγονη λειτουργία του εγκεφάλου, που επιτρέπει την άμεση συναισθηματική κατανόηση και σύνδεση, συχνά πριν ακόμα ειπωθούν λέξεις.
Η αίσθηση ότι κάποιος «μας καταλαβαίνει» ή «είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος» είναι συχνά αποτέλεσμα αυτής της νευροβιολογικής συγχρονικότητας. Και όταν συμβαίνει, η επικοινωνία γίνεται πιο άνετη, η σχέση πιο ουσιαστική και η παρουσία του άλλου πιο ξεκούραστη.
Τι συμβαίνει όταν δεν υπάρχει συγχρονισμός ή όταν είναι υπερβολικός
Ο εγκέφαλος είναι σχεδιασμένος να αναζητά τέτοιον συγχρονισμό. Όταν δεν τον βρίσκει, η αλληλεπίδραση γίνεται πιο δύσκολη: χρειάζεται περισσότερη προσπάθεια για να ερμηνευθούν τα σήματα του άλλου και να προσαρμοστεί η συμπεριφορά. Αυτό δημιουργεί μια αίσθηση κόπωσης ή έντασης.
Από την άλλη πλευρά, όταν ο συγχρονισμός γίνεται υπερβολικός, ιδιαίτερα σε κοντινές ή έντονες σχέσεις, μπορεί να θολώσει η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δικά μας συναισθήματα και σε εκείνα του άλλου. Το άγχος ή ο θυμός του συντρόφου, για παράδειγμα, μπορεί να «κολλήσει» επάνω μας, οδηγώντας σε αλληλεπιδράσεις που κλιμακώνονται χωρίς να ξέρουμε πώς φτάσαμε εκεί.
Για να αποφευχθεί αυτό:
Είναι χρήσιμο να αναγνωρίζει κανείς την ώρα ου πρέπει να «τραβηχτεί» συναισθηματικά από την ενέργεια του άλλου.
Απλές τεχνικές όπως:
- μια βαθιά ανάσα
- η αλλαγή στάσης σώματος
- ή η νοητική αποστασιοποίηση
μπορούν να «σπάσουν» αυτόν τον συγχρονισμό και να βοηθήσουν στην αποφόρτιση.
Ο ψυχοθεραπευτής Dr. Ρίτσαρντ Παλούμπο προτείνει μια απλή πρακτική: να φαντάζεται κανείς ότι υπάρχει ένα «κουμπί σίγασης» στις φορτισμένες στιγμές, όχι για να αγνοήσει τον συνομιλητή, αλλά για να δώσει χώρο στον εαυτό του να αποστασιοποιηθεί από τη συναισθηματική ένταση.
Μια πιο ώριμη κατανόηση των ανθρώπινων σχέσεων
Το βασικό μήνυμα της έρευνας δεν είναι να επιδιώκουμε συγχρονισμό με όλους, αλλά να μάθουμε να αναγνωρίζουμε πότε αυτός συμβαίνει αυθόρμητα και από κει και πέρα να εμβαθύνουμε και να τον αξιοποιούμε συνειδητά. Οι σχέσεις που διαρκούν και μας ωφελούν βαθύτερα είναι συνήθως εκείνες στις οποίες υπάρχει αυτό το είδος φυσικής «συμβατότητας», χωρίς να χρειάζεται προσπάθεια ή υπερπροσπάθεια.
Η επίγνωση του διαπροσωπικού συγχρονισμού μπορεί να μας βοηθήσει:
- να διακρίνουμε τις σχέσεις που μας ταιριάζουν πραγματικά,
- να προστατευτούμε από υπερβολική συναισθηματική εμπλοκή,
- και να διατηρούμε την ψυχική μας ισορροπία μέσα στις δυναμικές των σχέσεων.
Όταν δύο άνθρωποι βρίσκονται στην ίδια συχνότητα, σε λόγια, σκέψη και σώμα, το αποτέλεσμα είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια καλή συζήτηση. Είναι μια εμπειρία αυθεντικής ανθρώπινης σύνδεσης.
Φωτογραφία: istock