Iatropedia

Τα παιδιά και οι έφηβοι στην Ευρώπη χάνουν μυϊκή δύναμη και ευλυγισία – Αποκαλυπτική μελέτη 60 ετών

Μεγάλη συστηματική ανασκόπηση, που περιέλαβε περισσότερα από 417.000 παιδιά και εφήβους από 20 ευρωπαϊκές χώρες, καταγράφει υποχώρηση της μυϊκής δύναμης, της ευλυγισίας και της υγιούς σύστασης του σώματος.

Τα παιδιά και οι έφηβοι στην Ευρώπη εμφανίζουν σήμερα μικρότερη μυϊκή δύναμη, χαμηλότερη ευλυγισία και περισσότερο σωματικό λίπος σε σύγκριση με συνομηλίκους τους προηγούμενων δεκαετιών. Η υποχώρηση της φυσικής τους κατάστασης δεν επηρεάζει μόνο την καθημερινή κίνηση ή τις αθλητικές επιδόσεις, αλλά μπορεί να έχει συνέπειες για την υγεία τους και στην ενήλικη ζωή.

Την εικόνα αυτή καταγράφει μεγάλη συστηματική ανασκόπηση ερευνητών του Πανεπιστημίου της Σαραγόσα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Sports Medicine – Open. Οι επιστήμονες συγκέντρωσαν στοιχεία από 38 προηγούμενες μελέτες, με συνολικά 417.362 παιδιά και εφήβους ηλικίας 6 έως 16 ετών από 20 ευρωπαϊκές χώρες. Οι μετρήσεις καλύπτουν σχεδόν έξι δεκαετίες, από το 1965 έως το 2023.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην αύξηση του σωματικού βάρους ή στην παιδική παχυσαρκία. Αφορά συνολικά τη λειτουργική ικανότητα του σώματος. Το πόσο εύκολα μπορεί ένα παιδί να τρέξει, να πηδήξει, να χρησιμοποιήσει τη μυϊκή του δύναμη, να κινηθεί με ευλυγισία και να αντέξει σε μια δραστηριότητα μεγαλύτερης διάρκειας.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η παιδική και η εφηβική ηλικία αποτελούν κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη της δύναμης, της αντοχής και των κινητικών δεξιοτήτων. Όταν η φυσική κατάσταση παραμένει χαμηλή από μικρή ηλικία, αυξάνεται ο κίνδυνος να επηρεαστούν η καρδιαγγειακή υγεία, η σύσταση του σώματος και η συνολική υγεία τα επόμενα χρόνια.

Υποχωρεί η δύναμη των χεριών και των ποδιών

Οι επιδόσεις που αφορούν τα χέρια, τους ώμους και τον κορμό υποχωρούν ήδη από τη δεκαετία του 1970. Μετά από μια περίοδο σχετικής σταθερότητας, από το 1980 έως περίπου το 2000, η πτωτική πορεία εμφανίστηκε ξανά.

Για να αξιολογήσουν τη δύναμη του άνω μέρους του σώματος, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δοκιμασίες όπως:

Ανάλογη είναι η εικόνα και για τα πόδια. Οι επιδόσεις των παιδιών στις δοκιμασίες άλματος βελτιώνονταν μέχρι τη δεκαετία του 1980, αλλά έκτοτε μειώνονται σταθερά.

Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τις αθλητικές επιδόσεις. Η μυϊκή δύναμη στην παιδική και την εφηβική ηλικία συνδέεται με:

Η σταδιακή απώλειά της μπορεί, επομένως, να επηρεάσει τη συνολική υγεία των παιδιών και να τα ακολουθήσει και στην ενήλικη ζωή.

Η μεγαλύτερη επιδείνωση καταγράφεται στην ευλυγισία

Από όλες τις παραμέτρους που εξέτασαν οι επιστήμονες, η ευλυγισία εμφάνισε την πιο σταθερή και επίμονη επιδείνωση.

Η πτώση είχε αρχίσει πριν από το τέλος του 20ού αιώνα, αλλά επιταχύνθηκε μετά το 2000. Αυτό σημαίνει ότι τα σημερινά παιδιά δυσκολεύονται περισσότερο σε κινήσεις που απαιτούν εύρος κίνησης των αρθρώσεων και ελαστικότητα των μυών.

Οι επιστήμονες σημειώνουν, πάντως, ότι η ευλυγισία ήταν η λιγότερο μελετημένη παράμετρος. Μόνο επτά από τις 38 μελέτες περιείχαν σχετικά δεδομένα, γι’ αυτό και χρειάζονται περισσότερες έρευνες με κοινές μεθόδους μέτρησης.

Περισσότερο λίπος, ακόμη και όταν ο ΔΜΣ δεν αλλάζει

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η μεταβολή στη σύσταση του σώματος. Οι άμεσες μετρήσεις έδειξαν σταθερή αύξηση του σωματικού λίπους κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι ο Δείκτης Μάζας Σώματος δεν αποτυπώνει πάντα με ακρίβεια το πρόβλημα. Ο ΔΜΣ υπολογίζεται από το βάρος και το ύψος, αλλά δεν διαχωρίζει το λίπος από τη μυϊκή μάζα.

Ένα παιδί μπορεί επομένως να βρίσκεται σε φαινομενικά αποδεκτό εύρος βάρους, αλλά να έχει περισσότερο λίπος και λιγότερη μυϊκή μάζα από ένα παιδί ίδιας ηλικίας προηγούμενων γενεών.

Η σύσταση του σώματος έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το αυξημένο λίπος και η μειωμένη μυϊκή ικανότητα συνδέονται με δυσμενέστερο καρδιομεταβολικό προφίλ.

Τι δείχνουν τα στοιχεία από την Ελλάδα

Στην ευρωπαϊκή ανασκόπηση περιλαμβάνονται και δεδομένα από την Ελλάδα, τα οποία όμως προέρχονται από παλαιότερη μελέτη σε μαθητές της πρώτης δημοτικού στην Κρήτη. Οι ερευνητές συνέκριναν παιδιά ηλικίας περίπου 6,5 ετών που εξετάστηκαν κατά τα σχολικά έτη 1992–1993 και 2006–2007.

Σε αντίθεση με τη συνολική ευρωπαϊκή τάση, η συγκεκριμένη ελληνική μελέτη κατέγραψε βελτίωση της φυσικής κατάστασης τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια. Ειδικότερα, διαπιστώθηκαν:

Την ίδια περίοδο, ωστόσο, αυξήθηκε ο χρόνος παρακολούθησης τηλεόρασης τις καθημερινές και στα δύο φύλα.

Τα ελληνικά στοιχεία, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι σύγχρονα, ενώ αφορούν μόνο σε παιδιά από την Κρήτη, οπότε δεν μπορούν να θεωρηθούν αντιπροσωπευτικά της σημερινής κατάστασης, σε ολόκληρη τη χώρα.

Γιατί η παιδική φυσική κατάσταση επηρεάζει και το μέλλον

Η σωματική ικανότητα αποτελεί σημαντικό δείκτη υγείας ήδη από την παιδική ηλικία. Η καλή καρδιοαναπνευστική αντοχή και η υγιής σύσταση του σώματος συνδέονται με χαμηλότερο κίνδυνο πρόωρης νοσηρότητας αργότερα στη ζωή.

Οι ερευνητές προειδοποιούν ότι η παιδική και η εφηβική ηλικία αποτελούν κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη της δύναμης, της αντοχής και των κινητικών δεξιοτήτων. Όταν αυτή η ευκαιρία χαθεί, η πλήρης αναπλήρωσή της στην ενήλικη ζωή μπορεί να είναι δύσκολη.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συνιστά στα παιδιά και στους εφήβους τουλάχιστον 60 λεπτά μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας την ημέρα. Τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, η κίνηση πρέπει να περιλαμβάνει δραστηριότητες που ενισχύουν τους μυς και τα οστά.

Ωστόσο, περισσότεροι από τρεις στους τέσσερις Ευρωπαίους εφήβους δεν πετυχαίνουν αυτόν τον στόχο.

Τι ζητούν οι ερευνητές

Οι συγγραφείς της μελέτης καλούν τις δημόσιες αρχές να ενισχύσουν τις πολιτικές που ενθαρρύνουν την καθημερινή κίνηση, όχι μόνο μέσα από τον οργανωμένο αθλητισμό αλλά και στο σχολείο, στις μετακινήσεις και στο ελεύθερο παιχνίδι.

Ζητούν επίσης τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος αξιολόγησης της σωματικής ικανότητας των παιδιών, ώστε οι μετρήσεις να γίνονται με τις ίδιες δοκιμασίες και τα αποτελέσματα να μπορούν να συγκριθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια.

Περιορισμοί της μελέτης

Η ανασκόπηση συνέκρινε διαφορετικές ομάδες παιδιών που εξετάστηκαν σε διαφορετικές εποχές. Επιπλέον, οι μελέτες δεν χρησιμοποίησαν πάντοτε τις ίδιες δοκιμασίες και αρκετά δείγματα δεν ήταν αντιπροσωπευτικά ολόκληρων χωρών.

Παρά τους περιορισμούς, το μέγεθος των δεδομένων και η σταθερότητα των περισσότερων τάσεων δείχνουν ότι η Ευρώπη δεν βρίσκεται αντιμέτωπη μόνο με την παιδική παχυσαρκία. Αντιμετωπίζει και μια λιγότερο ορατή υποχώρηση της δύναμης, της ευλυγισίας και της συνολικής λειτουργικής ικανότητας των νέων.

Φωτογραφία: istock