Iatropedia

Πίεση και καρδιακοί παλμοί: Πέντε μύθοι που δεν πρέπει να πιστεύετε

Hands of a woman checking her pulse with two fingers, medical concept

Η αρτηριακή πίεση και οι καρδιακοί παλμοί περιβάλλονται από αρκετούς μύθους που εμποδίζουν την σωστή αξιολόγησή τους από το κοινό.

Η αρτηριακή πίεση και οι καρδιακοί παλμοί είναι αλληλένδετα στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων. Ει μη τι άλλο, είναι δύο ζωτικές ενδείξεις τις οποίες κατά κανόνα μετρά ο γιατρός όταν τον επισκεπτόμαστε.

Ωστόσο κάθε μία από αυτές αξιολογεί διαφορετικούς παράγοντες που σχετίζονται με την υγεία της καρδιάς. Η αρτηριακή πίεση είναι αυτή που ασκεί το αίμα στα τοιχώματα των αρτηριών, καθώς ρέει σε αυτές. Οι καρδιακοί παλμοί (λέγονται και σφυγμοί) είναι οι κτύποι της καρδιάς σε 1 λεπτό της ώρας.

Ο καρδιολόγος Chad Raymond, από το Τμήμα Καρδιαγγειακής Ιατρικής της Cleveland Clinic, στο Οχάιο, εξηγεί μερικές ακόμα διαφορές μεταξύ τους και διαλύει μερικούς συνηθισμένους μύθους.

Η αρτηριακή πίεση και οι καρδιακοί παλμοί πάντοτε συσχετίζονται

Μύθος. «Είναι γεγονός ότι η πίεση και οι καρδιακοί παλμοί μπορεί να αυξηθούν και να μειωθούν ταυτοχρόνως», εξηγεί ο Dr. Raymond. «Αυτό θα συμβεί, λ.χ., όταν βρεθούμε αντιμέτωποι με κάποιον κίνδυνο».

Ωστόσο η αύξηση του καρδιακού ρυθμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως αύξηση της πίεσης, ούτε το αντίστροφο.

Η αρτηριακή πίεση και οι καρδιακοί παλμοί έχουν «φυσιολογικές» τιμές

Μύθος. Παρότι υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες, αυτές αφορούν εύρος τιμών και όχι κάποια συγκεκριμένη. Και αυτό, διότι το «φυσιολογικό» παρουσιάζει διακύμανση από άνθρωπο σε άνθρωπο και εξαρτάται από πολλές παραμέτρους (π.χ. την φυσική κατάσταση).

Έτσι, η αρτηριακή πίεση θεωρείται φυσιολογική όταν σε κατάσταση ηρεμίας είναι έως 80/120 mmHg.

Τα 80 mmHg είναι η διαστολική πίεση και αντιστοιχούν στην πίεση όταν η καρδιά χαλαρώνει ανάμεσα σε δύο κτύπους. Τα 120 mmHg είναι η συστολική πίεση και αντιστοιχούν στην πίεση όταν κτυπά η καρδιά.

Αντίστοιχα, οι καρδιακοί παλμοί σε κατάσταση ηρεμίας γενικώς θεωρούνται φυσιολογικοί όταν κυμαίνονται μεταξύ 60 και 100 το λεπτό. Όσο πιο γυμνασμένος όμως είναι ένας άνθρωπος, τόσο χαμηλότεροι είναι.

Οι χαμηλοί καρδιακοί παλμοί ή πίεση είναι ανησυχητικοί

Μύθος. Κάτι που είναι υγιές για έναν άνθρωπος μπορεί να είναι επικίνδυνο για κάποιον άλλο. Ένας νέος, καλογυμνασμένος άνθρωπος μπορεί να έχει 50 παλμούς όταν χαλαρώνει ή ακόμα και 45. Επομένως, «οι χαμηλοί καρδιακοί παλμοί μπορεί κάλλιστα να αποτελούν ένδειξη καλής φυσικής κατάστασης», τονίζει ο ειδικός.

Η χαμηλή αρτηριακή πίεση μπορεί να είναι λίγο πιο πολύπλοκη, ιδίως για τους ηλικιωμένους και τους πάσχοντες από καρδιαγγειακά προβλήματα. Το κλειδί είναι πως νιώθετε εξαιτίας της. «Ζαλίζεστε και νιώθετε αδυναμία; Έχετε άλλα συμπτώματα; Αν ναι, πρέπει να αξιολογηθούν σε συνάρτηση με την πίεσή σας», εξηγεί ο Dr. Raymond. «Από μόνο του το επίπεδο της πιέσεως δεν λέει πολλά».

Οι αυξημένοι καρδιακοί παλμοί είναι πιο επικίνδυνοι

Μύθος. Υπάρχουν αρκετά επιστημονικά δεδομένα που υποδηλώνουν πως οι έστω και μικρές αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης για πολύ καιρό, αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων. Αυτό οφείλεται στις επιπτώσεις των αυξημένων πιέσεων στα τοιχώματα των αρτηριών.

«Κάθε αύξηση στην συστολική πίεση κατά 20 mmHg πάνω από τα 115, που επιμένει στον χρόνο, διπλασιάζει τον κίνδυνο εμφράγματος, εγκεφαλικού, καρδιακής ανεπάρκειας ή νεφρικής ανεπάρκειας», εξηγεί ο Dr. Raymond.

Οι αυξημένοι καρδιακοί παλμοί επίσης μπορεί να αποτελούν ένδειξη κινδύνου, αλλά τα στοιχεία δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. «Οι άνθρωποι με επίμονη ταχυπαλμία είναι πιθανότερο να εκδηλώσουν καρδιακό πρόβλημα», τονίζει ο ειδικός. «Όμως δεν ξέρουμε αν οι αυξημένοι παλμοί είναι η αιτία του προβλήματος ή απλώς το σύμπτωμά του».

Δεν έχει σημασία πότε θα γίνεται η μέτρηση των παλμών και της πίεσης

Μύθος. Έχει μεγάλη σημασία. Πρέπει να γίνεται όταν αισθάνεστε χαλαροί και αφού μεσολαβήσουν τουλάχιστον 5 λεπτά που θα είστε ακίνητοι σε μία καρέκλα. Επιπλέον, δεν πρέπει να κάθεστε με σταυρωμένα πόδια, διότι η κίνηση αυτή αυξάνει κατά 8-10 mmHg την συστολική πίεση.

Να μην κάνετε επίσης μετρήσεις αμέσως μετά από σωματική καταπόνηση, εκτός κι αν θέλετε να ελέγξετε τις μέγιστες τιμές τους και όχι τα επίπεδα σε κατάσταση ηρεμίας.