Iatropedia

Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος συνδέεται με το σχήμα του σώματος και όχι με το σωματικό βάρος

Μελετώντας μια μεγάλη ομάδα γυναικών που είχαν ήδη περάσει από την εμμηνόπαυση, ομάδα ερευνητών διαπίστωσε ότι ο καρδιαγγειακός κίνδυνος συνδέεται με το σχήμα του σώματος, που προκύπτει από το πώς κατανέμεται σε αυτό το λίπος.

Οι υπάρχουσες μελέτες έχουν δείξει ότι ο Δείκτης Μάζας Σώματος ενός ατόμου (ΔΜΣ) συνδέεται με τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων. Όσο υψηλότερος είναι ο ΔΜΣ ενός ατόμου, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιακών παθήσεων και παρόμοιων προβλημάτων.

Ωστόσο, άλλη έρευνα δείχνει και έναν άλλο πιθανό παράγοντα: τα σημεία στα οποία το σώμα αποθηκεύει το λίπος (τουλάχιστον για γυναίκες άνω των 50 ετών).

Αυτή η μελέτη -τα ευρήματα της οποίας εμφανίζονται στην επιστημονική επιθεώρηση European Heart Journal- εξέτασε δεδομένα από 161.808 γυναίκες ηλικίας 50-79 ετών, για να διαπιστώσει εάν ο ΔΜΣ, ή η κατανομή του λίπους σχετίζονταν με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Καμία από αυτές τις γυναίκες δεν είχε καρδιαγγειακή νόσο κατά την έναρξη της έρευνας. Ωστόσο, κατά τη διάρκειά της οι ερευνητές κατέγραψαν 291 νέες περιπτώσεις καρδιαγγειακών παθήσεων.

Καρδιαγγειακός κίνδυνος: Το σχήμα του σώματος παίζει σημαντικό ρόλο

Στην μελέτη, οι ερευνητές μέτρησαν το σωματικό λίπος με ακτίνες-Χ, μιας ειδικής μεθόδου σάρωσης που αξιολογεί το λίπος, τους μύες και την οστική πυκνότητα ενός ατόμου.

Και βρήκαν το εξής: Οι γυναίκες με το υψηλότερο ποσοστό λίπους γύρω στην περιοχή της κοιλιάς και γύρω από την μέση και χαμηλότερο ποσοστό λίπους στα πόδια, (δηλαδή εκείνες με σχήμα σώματος σαν «μήλο») είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Διαβάστε επίσης: Ποσοστό λίπους στο σώμα: Υπολογίστε ΕΔΩ το δικό σας – Τι σημαίνει το αποτέλεσμα

Συγκεκριμένα, είχαν περισσότερο από τρεις φορές μεγαλύτερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σύγκριση με συνομήλικες γυναίκες με χαμηλό ποσοστό λίπους γύρω στην κοιλιά και υψηλότερο γύρω από τα πόδια: δηλαδή με σχήμα σώματος σαν “αχλάδι».

Το ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι πως διαπιστώθηκε ότι το σωματικό βάρος ΔΕΝ επηρεάζει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

«Τα ευρήματά μας υποδεικνύουν ότι οι μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, παρά το φυσιολογικό βάρος, θα μπορούσαν να έχουν διαφορετικό κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων λόγω διαφορετικών κατανομών λίπους γύρω από την μέση, ή τα πόδια τους. Εκτός από τον συνολικό έλεγχο του σωματικού βάρους, λίγοι εστιάζουν στην κατανομή του λίπους στο σώμα τους, ακόμη και εκείνοι που έχουν υγιές σωματικό βάρος και φυσιολογικό ΔΜΣ”, λέει ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, δρ. Qibin Qi.

Επιπλέον, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η μείωση της ποσότητας του σωματικού λίπους στο μεσοπρόθεσμο διάστημα θα μπορούσε να συμβάλει στην μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών παθήσεων.

Έτσι, εξετάζοντας τις γυναίκες που δεν άλλαξαν το βάρος τους κατά την περίοδο της μελέτης αλλά μείωσαν το ποσοστό λίπους στην κοιλιά (από 37% και πάνω σε 27% και κάτω) οι ερευνητές υπολόγισαν ότι για κάθε 1.000 συμμετέχουσες, περίπου έξι περιστατικά καρδιαγγειακών παθήσεων θα μπορούσαν να προληφθούν ετησίως.

Κάτι αντίστοιχο βρήκαν και για γυναίκες που δεν χάνουν λίπος στην κοιλιά, αλλά αυξάνουν το ποσοστό λίπους στα πόδια: Για κάθε 1.000 γυναίκες που αύξησαν το λίπος στα πόδια (από 42% και κάτω σε 49% και πάνω) περίπου τρεις περιπτώσεις καρδιαγγειακών παθήσεων ετησίως θα μπορούσαν να αποφευχθούν.

Επιτακτική η ανάγκη καλύτερων αξιολογήσεων

Ωστόσο, ο δρ. Qi προειδοποιεί ότι αυτοί οι συσχετισμοί μπορεί να μην ισχύουν για όλους.

“Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι συμμετέχουσες στην μελέτη μας ήταν μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που είχαν σχετικά υψηλότερη λιπώδη μάζα και στις δύο περιοχές (κοιλιά και πόδια). Το αν και κατά πόσον οι συσχετισμοί που βρήκαμε μπορούν να γενικευθούν για νεαρότερες γυναίκες και για άνδρες που έχουν σχετικά χαμηλότερο σωματικό λίπος, παραμένει κάτι άγνωστο», δήλωσε.

Ταυτόχρονα, οι ερευνητές πιστεύουν ότι τα τρέχοντα ευρήματά τους αποτελούν μια καλή βάση για τη χρήση άλλων μετρήσεων εκτός του ΔΜΣ, όταν εξετάζεται ο κίνδυνος καρδιαγγειακών παθήσεων.

«Στην καθημερινή κλινική πρακτική, ο ΔΜΣ είναι μια κλασική προσέγγιση για την εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακής νόσου. Η μέτρηση της περιφέρειας της μέσης συνιστάται επίσης για να παρέχει πρόσθετες πληροφορίες αλλά συνήθως μόνο σε άτομα με ΔΜΣ μεταξύ 25 και 34,9», εξηγεί ο δρ. Qi και καταλήγει:

«Ως εκ τούτου, μπορεί κάποια άτομα που κατηγοριοποιούνται ως φυσιολογικού βάρους να μην μαθαίνουν ότι έχουν αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων εξαιτίας της κατανομής του σωματικού τους λίπους και, συνεπώς, δεν λαμβάνουν προληπτικά μέτρα”.

Πηγή: https://www.medicalnewstoday.com