Όλο και περισσότερα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τον εγκέφαλο, αυξάνοντας την επιβάρυνση από νευρολογικά νοσήματα ή επιδεινώνοντας προβλήματα που ήδη υπάρχουν.
Τουλάχιστον ένας στους τρεις ανθρώπους θα εμφανίσει κάποια νευρολογική διαταραχή στη διάρκεια της ζωής του, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ακαδημία Νευρολογίας (EAN) και σχετικά στοιχεία που επικαλείται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας. Στις νευρολογικές παθήσεις περιλαμβάνονται από την ημικρανία και την επιληψία μέχρι το εγκεφαλικό επεισόδιο, τη νόσο Πάρκινσον και την άνοια.
Το πώς ακριβώς συνδέεται η κλιματική αλλαγή με αυτές τις παθήσεις εξετάζει νέα επιστημονική ανασκόπηση της Ομάδας Εργασίας για τις Περιβαλλοντικές Επιδράσεις στη Νευρολογία της EAN, η οποία δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 2026 στο European Journal of Neurology. Οι επιστήμονες ξεκαθαρίζουν ότι δεν έχουν αποσαφηνιστεί όλες οι σχέσεις αιτίου και αποτελέσματος. Ωστόσο, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αρκετά σαφής: η ζέστη, η ρύπανση, οι ακραίες καιρικές συνθήκες, οι λοιμώξεις και η διαταραχή του ύπνου δημιουργούν ένα περιβάλλον εχθρικό για τον εγκέφαλο.
Η ζέστη αυξάνει την πίεση στον εγκέφαλο
Ένα από τα πιο καλά τεκμηριωμένα προβλήματα αφορά τα εγκεφαλικά επεισόδια. Η νέα ανασκόπηση επισημαίνει ότι υπάρχουν σταθερά στοιχεία που συνδέουν τις υψηλότερες θερμοκρασίες και την ατμοσφαιρική ρύπανση με μεγαλύτερη συχνότητα εγκεφαλικών αλλά και περισσότερους θανάτους από αυτά.
Ο νευρολόγος Ulf Kallweit, επικεφαλής της σχετικής ομάδας της EAN, ανέφερε στο Euronews ότι τα περιστατικά εγκεφαλικού αυξάνονται όταν η θερμοκρασία ξεπερνά τους 30 βαθμούς Κελσίου. Εκτίμησε μάλιστα ότι τα εγκεφαλικά που σχετίζονται με τη ζέστη, τα οποία σήμερα αντιπροσωπεύουν περίπου το 1% των περιστατικών, θα μπορούσαν σε 20 έως 30 χρόνια να φθάσουν στο 5%-8%. Πρόκειται για εκτίμηση του ειδικού και όχι για δεδομένο ότι αυτή η εξέλιξη θα συμβεί οπωσδήποτε.
Η ζέστη μπορεί να λειτουργήσει με πολλούς τρόπους. Ο οργανισμός δυσκολεύεται να διατηρήσει φυσιολογική θερμοκρασία, αυξάνεται ο κίνδυνος αφυδάτωσης και επιβαρύνεται το καρδιαγγειακό σύστημα. Σε ηλικιωμένους ή ανθρώπους με άλλα προβλήματα υγείας, αυτή η πίεση μπορεί να γίνει ακόμη μεγαλύτερη.
Η υψηλή θερμοκρασία μπορεί επίσης να επιδεινώσει συμπτώματα της σκλήρυνσης κατά πλάκας, ενώ υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επηρεάζει και την εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων σε ευάλωτα άτομα.
Οι ζεστές νύχτες κλέβουν και τον ύπνο
Υπάρχει όμως και ένας λιγότερο προφανής τρόπος μέσω του οποίου η κλιματική αλλαγή μπορεί να επηρεάζει τον εγκέφαλο: ο ύπνος.
Όταν η θερμοκρασία παραμένει υψηλή ακόμη και τη νύχτα, το σώμα δυσκολεύεται. Ο ύπνος γίνεται πιο ανήσυχος και λιγότερο βαθύς. Η επιστημονική ανασκόπηση της EAN επισημαίνει ότι η μείωση της διάρκειας και της ποιότητας του ύπνου είναι από τις συχνότερα καταγεγραμμένες συνέπειες της αύξησης της θερμοκρασίας.
Και δεν πρόκειται απλώς για την κούραση της επόμενης ημέρας. Η μακροχρόνια διαταραχή του ύπνου έχει συνδεθεί με γνωστική επιβάρυνση, περισσότερες κρίσεις ημικρανίας και επιληψίας και γενικότερα με χειρότερη υγεία του εγκεφάλου.
Από τη ρύπανση έως την άνοια και το Πάρκινσον
Η ατμοσφαιρική ρύπανση αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα. Οι επιστήμονες εξηγούν ότι ορισμένοι ρύποι μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στα νευρικά κύτταρα μέσω φλεγμονής και οξειδωτικού στρες. Μιας κατάστασης δηλαδή κατά την οποία δημιουργούνται περισσότερα επιβλαβή μόρια από όσα μπορεί να εξουδετερώσει ο οργανισμός.
Μελέτες έχουν συνδέσει μακροχρόνια έκθεση σε ατμοσφαιρικούς ρύπους με αυξημένο κίνδυνο για άνοια και νόσο Πάρκινσον, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η ρύπανση αποτελεί τη μοναδική ή άμεση αιτία αυτών των παθήσεων.
Για την άνοια υπάρχει και μια δεύτερη ανησυχία. Προηγούμενες μελέτες έχουν καταγράψει αύξηση της θνησιμότητας ανθρώπων με άνοια κατά τη διάρκεια και μετά από κύματα καύσωνα.
Η κλιματική αλλαγή αυξάνει και τις λοιμώξεις
Καθώς οι θερμοκρασίες αλλάζουν, μεταβάλλονται και οι περιοχές στις οποίες μπορούν να επιβιώσουν κουνούπια και τσιμπούρια που μεταφέρουν λοιμώξεις.
Αυτό έχει σημασία για τη νευρολογία, επειδή ορισμένες λοιμώξεις μπορούν να προσβάλουν το νευρικό σύστημα. Η νόσος Lyme, για παράδειγμα, μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να προκαλέσει νευρολογικές επιπλοκές, ενώ τα κουνούπια μπορούν να μεταδώσουν ιούς όπως του Δυτικού Νείλου, ο οποίος επίσης μπορεί να επηρεάσει τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα.
Ο Kallweit προειδοποίησε ακόμη ότι οι μεταβολές στο κλίμα μπορεί να δημιουργήσουν στο μέλλον ευνοϊκότερες συνθήκες και για νοσήματα που σήμερα δεν τα συναντάμε σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Δεν κινδυνεύουν όλοι το ίδιο
Η επίδραση της κλιματικής αλλαγής δεν κατανέμεται ισότιμα. Παιδιά, έγκυες γυναίκες, ηλικιωμένοι και άνθρωποι με χρόνια νοσήματα είναι πιο ευάλωτοι στις ακραίες θερμοκρασίες. Το ίδιο ισχύει για όσους ζουν σε περιοχές με έντονη ρύπανση, λίγους χώρους πρασίνου ή κακές συνθήκες στέγασης.
Η κοινωνική ανισότητα φαίνεται μάλιστα να αφήνει αποτύπωμα και στον ίδιο τον εγκέφαλο. Πρόσφατη μελέτη σε 822 μεγαλύτερους ενήλικες διαπίστωσε ότι η διαβίωση σε πιο υποβαθμισμένες περιοχές συνδεόταν, μεταξύ άλλων, με μικρότερο όγκο εγκεφάλου και περισσότερες αλλοιώσεις που σχετίζονται με βλάβες των μικρών αγγείων. Οι ερευνητές τονίζουν ότι πρόκειται για συσχέτιση και όχι για απόδειξη ότι η περιοχή κατοικίας προκαλεί αυτές τις μεταβολές.
Η κλιματική αλλαγή μπορεί επομένως να λειτουργήσει σαν πρόσθετη πίεση πάνω σε ήδη υπάρχοντες κινδύνους: περισσότερη ζέστη, χειρότερος ύπνος, μεγαλύτερη έκθεση σε ρύπανση και λοιμώξεις και δυσκολότερη πρόσβαση σε ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης.
Οι επιστήμονες της EAN υπογραμμίζουν ότι χρειάζονται περισσότερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες για να αποσαφηνιστεί ποιο μέρος της αύξησης των νευρολογικών προβλημάτων μπορεί να αποδοθεί άμεσα στην κλιματική αλλαγή. Αυτό που θεωρούν ήδη σαφές είναι ότι η προστασία της υγείας του εγκεφάλου δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται ανεξάρτητα από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε.
Φωτογραφία: istock / Με πληροφορίες από Euronews