Οι άνδρες μέσης ηλικίας φαίνεται να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα «παντοτινά χημικά» που συσσωρεύονται στον οργανισμό τους και να γερνούν γρηγορότερα από τις γυναίκες, όπως έδειξε μια νέα έρευνα.
Οι χημικές ουσίες PFAS, είναι γνωστές και ως «παντοτινά χημικά» λόγω του ότι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικές στη διάσπαση. Όπως φάνηκε στη μελέτη της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Jiao Tong της Σανγκάης, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Frontiers in Aging», επιταχύνουν τη βιολογική γήρανση, με τους άνδρες μέσης ηλικίας να είναι η πιο ευάλωτη ομάδα.
Τα «παντοτινά χημικά» χρησιμοποιούνται ευρέως σε αντικολλητικές επιστρώσεις, αδιάβροχα υφάσματα, αφρούς πυρόσβεσης, συσκευασίες τροφίμων, καθαριστικά προϊόντα και πλαστικά. Νέα PFAS έχουν κυκλοφορήσει στην αγορά για χρήση σε data centers τεχνητής νοημοσύνης.
Η ρύπανση από PFAS ανιχνεύεται ολοένα και συχνότερα σε νερό, έδαφος και ιστούς οργανισμών, ενώ ορισμένες από αυτές έχουν συνδεθεί με καρκίνους, παχυσαρκία, υπογονιμότητα και ορμονικές διαταραχές. Στους άνδρες, η συσσώρευση PFAS μπορεί να μειώσει τα επίπεδα τεστοστερόνης, να βλάψει την ποιότητα του σπέρματος και να αυξήσει τον κίνδυνο καρκίνου των όρχεων και των νεφρών.
Τι έδειξε η νέα μελέτη
Οι ερευνητές αξιοποίησαν δημόσια διαθέσιμα δεδομένα από 326 άνδρες και γυναίκες, που εγγράφηκαν την περίοδο 1999-2000 στην αμερικανική Εθνική Έρευνα Εξέτασης Υγείας και Διατροφής NHANES. Στα δείγματα αίματος των συμμετεχόντων είχαν μετρηθεί οι συγκεντρώσεις έντεκα PFAS, καθώς και η «μεθυλίωση» του DNA, ένας επιγενετικός δείκτης που ρυθμίζει την έκφραση των γονιδίων. Επιπλέον, κάθε συμμετέχων συμπλήρωσε ένα ερωτηματολόγιο που ανέφερε δημογραφικά και κοινωνικοοικονομικά στοιχεία και παράγοντες του τρόπου ζωής.
Τα δεδομένα αυτά αναλύθηκαν με τη βοήθεια αλγόριθμων που εκτιμούν τη βιολογική ηλικία ενός ατόμου. Προηγούμενες αναλύσεις της NHANES είχαν δείξει ότι υψηλότερες συγκεντρώσεις PFAS στο αίμα συνδέονται με ταχύτερη βιολογική γήρανση, πιθανόν μέσω αυξημένης φλεγμονής.
Συνολικά, οι συγκεντρώσεις PFAS δεν διέφεραν μεταξύ ανδρών και γυναικών ή μεταξύ ηλικιακών ομάδων. Η μελέτη όμως έδειξε ότι δύο από τα «παντοτινά χημικά», το PFNA και το PFOSA, που χρησιμοποιούνται συνήθως σε καταναλωτικά και βιομηχανικά προϊόντα και αντέχουν στη θερμότητα και τη διάβρωση, ανιχνεύθηκαν στο αίμα του 95% των συμμετεχόντων. Υψηλότερες συγκεντρώσεις αυτών των δύο ουσιών ήταν ισχυροί προγνωστικοί παράγοντες για ταχύτερη επιγενετική γήρανση σε άνδρες ηλικίας 50-64 ετών, όχι όμως και στις γυναίκες.
Σύμφωνα με την πρώτη συγγραφέα της μελέτης, δρ Για-Κιαν Ξου, από την Ιατρική Σχολή του συγκεκριμένου πανεπιστημίου, η μέση ηλικία αποτελεί «ευαίσθητο βιολογικό παράθυρο», κατά το οποίο ο οργανισμός γίνεται πιο ευάλωτος σε στρεσογόνους παράγοντες που σχετίζονται με την ηλικία.
Ο δρ Ξιανγκγουέι Λι, καθηγητής στην Ιατρική Σχολή και επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, προσθέτει ότι οι άνδρες ενδέχεται να διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, καθώς οι δείκτες γήρανσης που αναλύθηκαν επηρεάζονται σημαντικά από παράγοντες τρόπου ζωής, όπως το κάπνισμα, που μπορεί να επιδεινώσει τις επιβλαβείς επιδράσεις αυτών των ρύπων.
«Είναι σημαντικό να μην πανικοβαλλόμαστε»
Οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να επεκτείνουν το πεδίο των περιορισμών πέρα από τις «παλαιές» PFAS, συμπεριλαμβάνοντας και ουσίες, όπως το PFNA και το PFOSA.
Ωστόσο, αντιδρώντας στη συγκεκριμένη μελέτη, το Αμερικανικό Συμβούλιο Χημείας, δήλωσε στο CNN ότι η «διερευνητική» μελέτη βασίστηκε σε ένα μικρό δείγμα ηλικιωμένων ενηλίκων χρησιμοποιώντας δεδομένα που συλλέχθηκαν πριν από περισσότερα από 20 χρόνια.
«Η παρούσα εργασία δεν παρέχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η έκθεση σε PFAS προκαλεί γήρανση, ούτε αλλάζει το εκτεταμένο επιστημονικό και κανονιστικό έργο που έχει ήδη ξεκινήσει για την κατανόηση και τη διαχείριση συγκεκριμένων PFAS που ενδεχομένως να προκαλούν ανησυχία», δήλωσε ο Tom Flanagin, εκπρόσωπος του συμβουλίου.
«Η χημική βιομηχανία έχει δημιουργήσει πολλές άλλες μορφές PFAS που δεν έχουν μελετηθεί τόσο ευρέως. Αυτές οι χημικές ουσίες μπορεί κάλλιστα να έχουν τις ίδιες βιολογικές επιπτώσεις με την υπόλοιπη οικογένεια PFAS και αυτό διαπίστωσε η νέα μελέτη», υποστηρίζει από την μεριά του ο συγγραφέας της μελέτης.
Παρά τα ευρήματα αυτά, «είναι σημαντικό να μην πανικοβαλλόμαστε», πρόσθεσε ο Λι. «Η μελέτη μας δείχνει συσχετίσεις, όχι απόδειξη αιτιώδους συνάφειας. Η έκθεση σε PFAS είναι ευρέως διαδεδομένη και η πλήρης αποφυγή είναι μη ρεαλιστική».
«Ωστόσο, η μείωση της έκθεσης όπου είναι εφικτό – όπως η χρήση φίλτρων νερού – μπορεί να είναι λογικά βήματα», είπε. «Ταυτόχρονα, η ουσιαστική μείωση του κινδύνου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη λήψη κανονιστικών μέτρων και τον καθαρισμό του περιβάλλοντος».
Φωτογραφία iStock