Iatropedia

Τι συμβαίνει όταν ένας νάρκισσος αποτυγχάνει: Καλύτερα να μην είστε κοντά

Ο ναρκισσισμός μπορεί να λειτουργεί ως «σωματοφύλακας» του εγώ, αλλά ταυτόχρονα γίνεται και δεσμοφύλακάς του, εμποδίζοντας κάθε εξέλιξη

Η αποδοχή των προσωπικών μας περιορισμών δεν είναι ποτέ ευχάριστη διαδικασία. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουμε βιώσει την απογοήτευση μιας χαμένης προαγωγής, την απουσία μιας κοινωνικής πρόσκλησης ή την έλλειψη αναγνώρισης για κάτι που προσπαθήσαμε. Παρόλο που η πρώτη μας αντίδραση είναι συχνά η  αναζήτηση δικαιολογιών, οι περισσότεροι τελικά ερχόμαστε αντιμέτωποι με τη σκληρή αλήθεια. Για τον νάρκισσο όμως, αυτή η «συμβίωση» με την αποτυχία είναι σχεδόν αδύνατη.

Η ψυχολογία της αυτοπροστασίας

Σύμφωνα με μελέτη του Christoph Heine και των συνεργατών του (2026) από το Πανεπιστήμιο Witten/Herdecke, κάθε άνθρωπος διαθέτει μια «πολύτιμη εικόνα εαυτού». Όταν αυτή απειλείται από αποτυχία και αρνητική ανατροφοδότηση, ενεργοποιείται αυτόματα το «κίνητρο αυτοπροστασίας».

Το εν λόγω κίνητρο αναφέρεται στην εσωτερική ανάγκη, την ψυχολογική ώθηση και τη συνειδητή απόφαση ενός ατόμου να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει τη σωματική, ψυχική του ακεραιότητα έναντι πιθανών κινδύνων. Και μια αποτυχία, τουλάχιστον στην αρχή, εκλαμβάνεται ενδεχομένως σαν πιθανός κίνδυνος για το Εγώ.

Πώς αντιδρούμε στην «ψυχρολουσία» – Το πείραμα με το «βλέμμα»

Για να εντοπίσουν πώς ενεργοποιείται το κίνητρο αυτοπροστασίας, ανάλογα με τα στοιχεια της προσωπικόητας, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα συγκεκριμένο τεστ. Σε αυτό, 1.744 συμμετέχοντες έπρεπε να βρουν τα συναισθήματα ανθρώπων, κοιτάζοντας μόνο φωτογραφίες από τα μάτια τους. Νωρίτερα οι ερευνητές είχαν χωρίσει τους συμμετέχοντες σε δυο κατηγορίες, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς τους. Στους «μεγαλοπρεπείς» νάρκισσους και στους  χαρακτήρες με αυτοεκτίμηση και ενσυνειδητότητα.

Στο πλαίσιο του πειράματος, όταν οι ερευνητές ανακοίνωσαν σε κάποιους συμμετέχοντες ότι απέτυχαν, οι αντιδράσεις είχαν ως εξής:

Μια εξήγηση για το τι είναι ο «μεγαλοπρεπής» νάρκισσος

Ο «μεγαλοπρεπής» (grandiose) ναρκισσισμός είναι η πιο αναγνωρίσιμη μορφή ναρκισσισμού και εκφράζεται ως εξής:

Να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη μελέτη περιλαμβάνει ανθρώπους με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας και όχι ανθρώπους με κλινική διάγνωση για ναρκισσιστική διαταραχή.  Η έρευνα των Heine et al. (2026) δεν έγινε σε ασθενείς, αλλά σε απλούς, καθημερινούς ανθρώπους.

Το «παράδοξο» της άμυνας: Μια λεπτή ισορροπία

Η συγκεκριμένη έρευνα κάνει μια σημαντική επισήμανση: Η ανάγκη να προστατέψουμε τον εαυτό μας από τον πόνο είναι ανθρώπινη και καθολική. Ακόμα και οι άνθρωποι με υγιή αυτοπεποίθηση ή ενσυνειδητότητα, ένιωσαν μια μικρή τάση να υποτιμήσουν τον ερευνητή ή τη σημασία του τεστ για να μην νιώσουν άσχημα. Η διαφορά όμως είναι στην ένταση και τη διάρκεια:

Ο ναρκισσιστής «χτίζει τείχη»: Αρνείται ολοκληρωτικά την αποτυχία και αποκόπτεται από την πραγματικότητα για να μείνει «τέλειος» στο μυαλό του. Ο άνθρωπος χωρίς τέτοιου τύπου χαρακτηριστιά, αφήνει μια «πόρτα ανοιχτή»: Μπορεί να νιώσει μια στιγμή άμυνας, αλλά γρήγορα την ξεπερνά, δέχεται την αλήθεια και τη χρησιμοποιεί για να εξελιχθεί.

Από την άμυνα στην αυτογνωσία

Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης των Heine et al. είναι ότι ο δρόμος προς την ολοκλήρωση δεν περνά μέσα από την άρνηση των λαθών μας. Ο ναρκισσισμός μπορεί να λειτουργεί ως «σωματοφύλακας» του εγώ, αλλά ταυτόχρονα γίνεται και δεσμοφύλακάς του, εμποδίζοντας την εξέλιξή του.

Η ικανότητα να χαλαρώνουμε τις άμυνές μας και να κοιτάμε κατάματα τις αδυναμίες μας, όχι με αυτοκριτική, αλλά με ρεαλισμό,  είναι το μοναδικό κλειδί για μια βαθύτερη και ουσιαστική αυτογνωσία. Αντί να γινόμαστε οι «δικηγόροι» του εαυτού μας προσπαθώντας να τον αθωώσουμε για κάθε λάθος, είναι προτιμότερο να γίνουμε οι «μαθητές» των λαθών μας.

ΠΗΓΗ: psychologytoday

Φωτογραφία: istock