Οι λέξεις «εξάρτηση» και «εθισμός» χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμες, ακόμη και όταν μιλάμε για φάρμακα, αλκοόλ ή άλλες ουσίες. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν σημαίνουν το ίδιο.
Η βασική διαφορά είναι ότι η σωματική εξάρτηση αφορά την προσαρμογή του οργανισμού σε μια ουσία, ενώ ο εθισμός χαρακτηρίζεται κυρίως από απώλεια ελέγχου και συνέχιση της χρήσης παρά τις αρνητικές συνέπειες.
«Με τον εθισμό οι άνθρωποι χάνουν τον έλεγχο της χρήσης της ουσίας», εξηγεί ο Dr David Streem, ψυχίατρος και ειδικός στις διαταραχές χρήσης ουσιών στην Cleveland Clinic.
Τι σημαίνει σωματική εξάρτηση
Όταν κάποιος χρησιμοποιεί για κάποιο διάστημα ορισμένες ουσίες ή φάρμακα, ο οργανισμός μπορεί να προσαρμοστεί στην παρουσία τους, οπότε εάν η λήψη διακοπεί απότομα, μπορεί να εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το άτομο έχει εθισμό.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν ορισμένα φάρμακα που χορηγούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ένας ασθενής που λαμβάνει οπιοειδή για έντονο πόνο μπορεί να αναπτύξει σωματική εξάρτηση. Όταν έρθει η ώρα να τα σταματήσει, ο γιατρός μπορεί να μειώσει σταδιακά τη δόση ώστε να περιοριστούν τα συμπτώματα στέρησης.
Εάν ο ασθενής μπορέσει να διακόψει τη θεραπεία με αυτόν τον τρόπο, δεν σημαίνει ότι είχε εθισμό.
Ο Dr Streem επισημαίνει επίσης ότι το γεγονός πως ένας άνθρωπος χρειάζεται καθημερινά ένα φάρμακο για την υγεία του, δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ότι είναι «εθισμένος» σε αυτό. Η ανάγκη για φαρμακευτική θεραπεία και ο εθισμός είναι διαφορετικές έννοιες.
Πότε μιλάμε για εθισμό
Στον εθισμό, το βασικό στοιχείο είναι διαφορετικό, καθώς το άτομο συνεχίζει να χρησιμοποιεί την ουσία, ακόμη και όταν γνωρίζει ότι του προκαλεί σοβαρά προβλήματα.
Οι συνέπειες μπορεί να αφορούν:
- την υγεία,
- την οικογένεια και τις προσωπικές σχέσεις,
- την εργασία,
- τα οικονομικά,
- ακόμη και προβλήματα με τον νόμο.
Παρά τις συνέπειες αυτές, το άτομο δυσκολεύεται ή αδυνατεί να περιορίσει τη χρήση.
Έτσι, δύο άνθρωποι που λαμβάνουν το ίδιο φάρμακο μπορεί να έχουν εντελώς διαφορετική εξέλιξη. Και οι δύο μπορεί να αναπτύξουν σωματική εξάρτηση. Ο ένας όμως μπορεί να το διακόψει σταδιακά με ιατρική καθοδήγηση, ενώ ο άλλος μπορεί να συνεχίσει να το αναζητά και να το χρησιμοποιεί παρά τις σοβαρές συνέπειες.
Στη δεύτερη περίπτωση μπορεί να υπάρχει διαταραχή χρήσης ουσιών.
Τι συμβαίνει στον εγκέφαλο
Ο εθισμός δεν θεωρείται απλώς ζήτημα «θέλησης». Πρόκειται για μια διαταραχή που επηρεάζει κυκλώματα του εγκεφάλου τα οποία σχετίζονται με την ανταμοιβή, τα κίνητρα και τον αυτοέλεγχο.
Ουσίες όπως η νικοτίνη, το αλκοόλ, η κοκαΐνη ή τα οπιοειδή επηρεάζουν, με διαφορετικούς τρόπους, το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου και τη λειτουργία της ντοπαμίνης, ενός νευροδιαβιβαστή που συμμετέχει μεταξύ άλλων στην αίσθηση της ανταμοιβής και στην ενίσχυση συμπεριφορών.
Με την επαναλαμβανόμενη χρήση μπορεί να αναπτυχθούν αλλαγές που κάνουν ολοένα δυσκολότερο τον έλεγχο της συμπεριφοράς.
Παράλληλα, δεν συνδέονται όλοι οι εθισμοί με κάποια ουσία. Η διαταραχή τυχερών παιχνιδιών, για παράδειγμα, αποτελεί συμπεριφορική διαταραχή με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τις διαταραχές χρήσης ουσιών, χωρίς να υπάρχει χημική εξάρτηση.
Γιατί οι ειδικοί προτιμούν τον όρο «διαταραχή χρήσης ουσιών»
Σήμερα οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας χρησιμοποιούν όλο και συχνότερα τον όρο «διαταραχή χρήσης ουσιών» (substance use disorder) αντί για παλαιότερους χαρακτηρισμούς.
Η επιλογή δεν είναι μόνο γλωσσική. Στόχος είναι να αποφεύγονται όροι που στιγματίζουν ή κατηγορούν τον άνθρωπο που αντιμετωπίζει το πρόβλημα.
Όπως τονίζει ο Dr Streem, σημασία έχει να κατανοεί κάποιος τι συμβαίνει στον εγκέφαλο και στη συμπεριφορά του και να γνωρίζει ότι υπάρχει δυνατότητα θεραπείας.
Εάν η χρήση αλκοόλ, φαρμάκων ή άλλων ουσιών αρχίζει να επηρεάζει την υγεία, τις σχέσεις, την εργασία ή τα οικονομικά, είναι σημαντικό να ζητηθεί βοήθεια από επαγγελματία υγείας. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση, ιατρική παρακολούθηση, ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική θεραπεία και προγράμματα υποστήριξης.
ΠΗΓΗ: health.clevelandclinic
Φωτογραφία: istock