Με το άνοιγμα των σχολείων, αρκετοί γονείς μπορεί να βρεθούν αντιμέτωποι με την άρνηση του παιδιού τους να επιστρέψει στα θρανία. Σε πολύ μικρές ηλικίες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο προσαρμογής στον παιδικό σταθμό ή στο σχολείο, αυτή η αντίδραση μπορεί να είναι φυσιολογική.
Όταν όμως ένα παιδί που μέχρι πρόσφατα πήγαινε κανονικά στο σχολείο αρχίζει ξαφνικά να αρνείται, η αλλαγή χρειάζεται προσοχή και διερεύνηση.
Η σχολική άρνηση εμφανίζεται με περίπου την ίδια συχνότητα σε αγόρια και κορίτσια και μπορεί να παρουσιαστεί σε οποιαδήποτε σχολική βαθμίδα, από τον παιδικό σταθμό έως το λύκειο. Διακρίνεται σε οξεία, όταν διαρκεί από έναν μήνα έως έναν χρόνο, και σε χρόνια, όταν επιμένει περισσότερο.
Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από τη σχολική άρνηση
Οι αιτίες μπορεί να είναι πολλές. Ένα παιδί μπορεί να δέχεται bullying, να αισθάνεται ότι δεν γίνεται αποδεκτό από τους συνομηλίκους του ή να δυσκολεύεται να δημιουργήσει και να διατηρήσει κοινωνικές σχέσεις.
Άλλες φορές μπορεί να υπάρχουν μαθησιακές δυσκολίες, αγχώδης διαταραχή με σωματικά συμπτώματα, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής-Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ), ιδεοψυχαναγκαστική ή καταθλιπτική διαταραχή. Στις μεγαλύτερες ηλικίες μπορεί επίσης να συνυπάρχουν υπερβολική ενασχόληση με ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή εξάρτηση από ουσίες.
«Πολλές φορές τα παιδιά που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κοινωνικότητας πέφτουν θύματα bullying, όπως και όσα έχουν κάποια διαφορετικότητα. Εάν παράλληλα δυσκολεύονται και τα ίδια να σταθούν κοινωνικά, η σχολική άρνηση μπορεί να γίνει πάρα πολύ έντονη», εξηγεί η Φρίντα Κωνσταντοπούλου, Παιδοψυχίατρος – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια και Επιστημονική Συνεργάτης Παίδων ΜΗΤΕΡΑ.
Η σχολική άρνηση φαίνεται να είναι εντονότερη στις ηλικίες 10 έως 13 ετών. Σε αυτή τη φάση τα παιδιά αντιλαμβάνονται περισσότερο τις δυσκολίες τους, ενώ ταυτόχρονα η αποδοχή από τους συνομηλίκους αποκτά ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.
Όταν το πρόβλημα βρίσκεται μέσα στην οικογένεια
Η άρνηση για το σχολείο δεν σημαίνει πάντα ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο σχολικό περιβάλλον.
Ένα παιδί μπορεί να αντιδρά έτσι έπειτα από ένα έντονα ψυχοπιεστικό οικογενειακό γεγονός, όπως πένθος, διαζύγιο, οικονομικά προβλήματα ή σοβαρή ασθένεια στο σπίτι. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να αισθάνεται ότι η οικογένεια είναι ευάλωτη και να αναλαμβάνει, χωρίς να το συνειδητοποιεί, έναν προστατευτικό ρόλο που το κρατά στο σπίτι.
«Σε μια περίπτωση διαζυγίου, για παράδειγμα, ένα παιδί μπορεί να θέλει να παραμένει στο σπίτι επειδή αισθάνεται ότι η μητέρα του είναι αδύναμη. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν υπάρχει ασθένεια στην οικογένεια. Οι γονείς πρέπει να του δείξουν ότι μπορούν να διαχειριστούν την κατάσταση», επισημαίνει η κ. Κωνσταντοπούλου.
Τα σημάδια που πρέπει να προσέξουν οι γονείς
Η σχολική άρνηση δεν εμφανίζεται πάντα απότομα. Μπορεί να προηγούνται μικρότερες αλλαγές στη συμπεριφορά.
Το παιδί μπορεί, για παράδειγμα, να παραπονιέται συχνά ότι πονά η κοιλιά του ή ότι δεν αισθάνεται καλά λίγο πριν φύγει για το σχολείο. Μπορεί επίσης να γίνεται πιο ευερέθιστο, να αναζητά συνεχώς δικαιολογίες για να μείνει σπίτι ή να παρουσιάζει έντονες αντιδράσεις τις ημέρες του σχολείου. Οι γονείς χρειάζεται να παρατηρούν αυτά τα σημάδια και κυρίως να προσπαθούν να καταλάβουν τι έχει αλλάξει στη ζωή του παιδιού.
Πώς αντιμετωπίζεται
Το πρώτο βήμα είναι η επικοινωνία. Το παιδί πρέπει να αισθάνεται ότι μπορεί να μιλήσει χωρίς να φοβάται ότι θα κριθεί ή θα μαλωθεί.
Αν εξηγήσει τι το δυσκολεύει και πρόκειται για ένα πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί άμεσα, όπως μια κατάσταση bullying, οι γονείς μπορούν να συνεργαστούν με το σχολείο για την επίλυσή του.
Όταν όμως το παιδί δεν μπορεί ή δεν θέλει να μιλήσει και η άρνηση επιμένει, χρειάζεται αξιολόγηση από ειδικό.
«Οι γονείς συχνά θυμώνουν και μαλώνουν το παιδί. Αυτό μπορεί μόνο να επιβαρύνει το ήδη υπάρχον πρόβλημα και να το οδηγήσει στο να σταματήσει να επικοινωνεί όσα του συμβαίνουν», τονίζει η ειδικός.
Η αντιμετώπιση εξαρτάται πάντα από την αιτία. Στην περίπτωση του bullying μπορεί να χρειαστεί οργανωμένη παρέμβαση στο σχολείο ή, εάν το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί, ακόμη και αλλαγή σχολικού περιβάλλοντος.
Σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν ψυχικές ή αναπτυξιακές δυσκολίες, οι γονείς χρειάζεται να απευθυνθούν σε παιδοψυχίατρο, ο οποίος θα καθορίσει την κατάλληλη αντιμετώπιση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως σε καταθλιπτική ή ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, μπορεί να κριθεί απαραίτητη και φαρμακευτική αγωγή.
Φωτογραφία: istock