Κάποια παιδιά σβήνουν ξανά και ξανά την ίδια λέξη μέχρι να τη γράψουν «τέλεια». Άλλα δεν σηκώνουν το χέρι στην τάξη, παρότι γνωρίζουν την απάντηση. Μπορεί να αποφεύγουν ένα καινούργιο άθλημα, να αναστατώνονται υπερβολικά για έναν χαμηλότερο βαθμό ή να εγκαταλείπουν μια προσπάθεια όταν δεν είναι βέβαια ότι θα τα καταφέρουν.
Πίσω από αυτές τις συμπεριφορές μπορεί να βρίσκεται κάτι περισσότερο από την απλή επιθυμία να τα πάνε καλά. Μπορεί να κρύβεται ο φόβος του λάθους και της αποτυχίας.
Για να εξηγούμαστε, το να θέλει ένα παιδί να πετύχει δεν είναι πρόβλημα. Η δυσκολία αρχίζει όταν το λάθος παύει να αντιμετωπίζεται ως φυσικό μέρος της μάθησης και αρχίζει να βιώνεται ως απόδειξη του ότι «δεν είμαι αρκετά καλός».
Η επιστημονική βιβλιογραφία περιγράφει αυτό το μοτίβο συχνά στο πλαίσιο της δυσλειτουργικής τελειομανίας. Μετα-ανάλυση 121 μελετών σε νέους ηλικίας 6 έως 24 ετών έδειξε ότι οι έντονες τελειοθηρικές ανησυχίες – όπως η υπερβολική ενασχόληση με τα λάθη και η αυστηρή αυτοκριτική – συνδέονται σημαντικά με συμπτώματα άγχους, κατάθλιψης και ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής.
Πώς ένα λάθος αποκτά τόσο μεγάλη σημασία
Δεν υπάρχει μία αιτία που εξηγεί γιατί ένα παιδί φοβάται τόσο πολύ την αποτυχία. Παίζουν ρόλο η ιδιοσυγκρασία του, οι εμπειρίες του, το σχολικό περιβάλλον, αλλά και τα μηνύματα που λαμβάνει από τους ενήλικες γύρω του.
Έχει σημασία, για παράδειγμα, αν το παιδί αισθάνεται ότι η αποδοχή ή η επιβράβευση εξαρτάται από την επίδοσή του. Πρόσφατη μελέτη σε 428 παιδιά και εφήβους ηλικίας 6-15 ετών και τους γονείς τους συνέδεσε την υπερπροστασία και την υπερβολική γονεϊκή κριτική με αυξημένο άγχος επίδοσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς «προκαλούν» τον φόβο της αποτυχίας. Δείχνει, όμως, πόσο σημαντικό είναι το μήνυμα που παίρνει το παιδί όταν κάτι δεν πάει καλά.
Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά αντιλαμβάνονται την ευφυΐα και τις ικανότητές τους φαίνεται να παίζει ρόλο. Μελέτη σε παιδιά 5 έως 11 ετών έδειξε ότι όσα θεωρούσαν ότι οι ικανότητες μπορούν να αναπτυχθούν, επέλεγαν περισσότερο στόχους μάθησης και απαιτητικές δραστηριότητες, αντί να επικεντρώνονται αποκλειστικά στο να αποδείξουν ότι είναι «ικανά».
Όταν ο φόβος αρχίζει να μπλοκάρει το παιδί
Ο φόβος του λάθους δεν οδηγεί απαραίτητα το παιδί σε καλύτερες επιδόσεις. Μπορεί να συμβεί ακριβώς το αντίθετο.
Το παιδί μπορεί να αναβάλλει μια εργασία επειδή φοβάται ότι δεν θα την κάνει αρκετά καλά, να ζητά συνεχώς επιβεβαίωση, να ελέγχει ξανά και ξανά ό,τι έχει γράψει ή να επιλέγει μόνο δραστηριότητες στις οποίες αισθάνεται ασφαλές.
Μπορεί επίσης να αποφεύγει να απαντήσει μπροστά στους συμμαθητές του, να αντιδρά πολύ έντονα σε έναν κακό βαθμό ή να εγκαταλείπει μια προσπάθεια για να μην αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο αποτυχίας.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής επισημαίνει ότι στη δυσλειτουργική τελειομανία ο φόβος της αποτυχίας μπορεί τελικά να γίνει ισχυρότερος από τη χαρά της επιτυχίας, οδηγώντας ακόμη και στην αποφυγή δύσκολων δραστηριοτήτων.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Στόχος δεν είναι να πείσουμε ένα παιδί ότι «δεν πειράζει ποτέ τίποτα». Είναι να μάθει ότι ένα λάθος δίνει πληροφορίες για το τι μπορεί να κάνει διαφορετικά την επόμενη φορά και δεν καθορίζει την αξία του.
Οι γονείς μπορούν να βοηθήσουν όταν:
- επαινούν περισσότερο την προσπάθεια, τη στρατηγική και την επιμονή και λιγότερο χαρακτηρισμούς όπως «είσαι πανέξυπνος» ή «είσαι ο καλύτερος»,
- μιλούν ανοιχτά για δικά τους λάθη και για το τι έμαθαν από αυτά,
- αντικαθιστούν το «πόσο πήρες;» με ερωτήσεις όπως «τι έμαθες;» ή «τι θα δοκίμαζες διαφορετικά την επόμενη φορά;»,
- αποφεύγουν τις συνεχείς συγκρίσεις με συμμαθητές ή αδέλφια,
- δείχνουν ότι η αποδοχή τους δεν εξαρτάται από βαθμούς και επιδόσεις.
Η προσέγγιση αυτή έχει και ερευνητική υποστήριξη. Σε μελέτη 1.766 μαθητών Δημοτικού, παρέμβαση που μάθαινε στα παιδιά να αντιμετωπίζουν τις ικανότητες ως κάτι που μπορεί να αναπτυχθεί βελτίωσε τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν την αποτυχία και τις στρατηγικές που χρησιμοποιούσαν όταν δυσκολεύονταν. Το αποτέλεσμα ήταν ισχυρότερο όταν τα παιδιά αντιλαμβάνονταν ότι και οι γονείς τους αντιμετώπιζαν υποστηρικτικά την αποτυχία.
Πότε τα παιδιά χρειάζονται βοήθεια
Δεν χρειάζεται κάθε παιδί που στενοχωριέται για έναν κακό βαθμό να δει ειδικό. Ανησυχούμε περισσότερο όταν ο φόβος επιμένει και αρχίζει να περιορίζει την καθημερινή ζωή.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής αναφέρει ως ενδείξεις προβληματικού άγχους την επίμονη αποφυγή, τον έντονο φόβο για λάθη, τη συνεχή ανάγκη επιβεβαίωσης και τις δυσκολίες που επηρεάζουν το σχολείο, τις φιλίες ή άλλες καθημερινές δραστηριότητες.
Αν, λοιπόν, το παιδί σταματά να δοκιμάζει καινούργια πράγματα, βασανίζεται για ώρες από ένα λάθος, αποφεύγει το σχολείο ή δραστηριότητες, εμφανίζει έντονο άγχος, προβλήματα ύπνου ή σωματικά συμπτώματα, είναι χρήσιμο οι γονείς να συζητήσουν με παιδίατρο ή επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Δύο μετα-αναλύσεις που δημοσιεύθηκαν το 2026 δείχνουν ότι παρεμβάσεις για την τελειομανία σε παιδιά και εφήβους μπορούν να μειώσουν τόσο τη συνολική τελειομανία όσο και τις δυσλειτουργικές ανησυχίες γύρω από την επίδοση και τα λάθη.
Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι ένα παιδί που δεν φοβάται ποτέ να αποτύχει. Είναι ένα παιδί που ξέρει ότι μπορεί να κάνει λάθος, να απογοητευτεί, να μάθει κάτι από αυτό και να προσπαθήσει ξανά.
Φωτογραφία: istock