Iatropedia

Δύσκολο παιδί στο φαγητό: Ποια σημάδια χτυπούν καμπανάκι για πιθανή διαταραχή

Οι γιατροί καταγράφουν περισσότερα περιστατικά διαταραχής αποφυγής/περιορισμού της πρόσληψης τροφής (ARFID) από ποτέ άλλοτε. Γιατί συμβαίνει και πώς αντιμετωπίζεται

Υπάρχουν παιδιά που δυσκολεύονται έντονα με ορισμένες γεύσεις, μυρωδιές ή υφές και αποφεύγουν συστηματικά πολλά τρόφιμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις η επιλεκτικότητα μειώνεται με την ηλικία. Όταν όμως ο περιορισμός είναι επίμονος και αρχίζει να επηρεάζει την ανάπτυξη, τη θρέψη ή την καθημερινότητα, μπορεί να πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο του ARFID, δηλαδή διαταραχή αποφευκτικής/περιοριστικής πρόσληψης τροφής. Η διαταραχή εμφανίζεται συχνά από την παιδική ηλικία και μπορεί να επιμένει και αργότερα.

Να σημειωθεί ότι τα περιστατικά αυξήθηκαν κατά 305% από το 2018 έως το 2022, πιθανότατα επειδή η διαταραχή αναγνωρίζεται πια περισσότερο από τότε που μπήκε στο DSM-5 το 2013.

Πότε η επιλεκτικότητα παύει να είναι «φάση»

Η επιλεκτικότητα αρχίζει να ανησυχεί όταν το παιδί περιορίζει τόσο πολύ τις τροφές που τρώει, ώστε η διατροφή του να μην καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες του οργανισμού. Μελέτες έχουν συνδέσει το ARFID με ελλείψεις σε βιταμίνες και μέταλλα, όπως οι Β1, Β2, C και K, αλλά και ο ψευδάργυρος, ο σίδηρος και το κάλιο.

Η δυσκολία, όμως, δεν περιορίζεται στη θρέψη. Μπορεί να επηρεάσει και την καθημερινότητα του παιδιού, για παράδειγμα να το κάνει να αποφεύγει πάρτι, διανυκτερεύσεις σε φίλους ή κατασκηνώσεις επειδή ανησυχεί για το τι θα μπορέσει να φάει. Στους ενήλικες, η κατάσταση μπορεί να συνοδεύεται από ντροπή, κοινωνική αμηχανία και φόβο ότι οι άλλοι θα τους κρίνουν.

Διαταραχή ARFID – Γιατί συμβαίνει;

Το ARFID δεν φαίνεται να έχει μία μόνο αιτία, ενώ, σε αντίθεση με άλλες διατροφικές διαταραχές, δεν συνδέεται με φόβο αύξησης βάρους ή με δυσαρέσκεια για την εικόνα του σώματος. Η άρνηση τροφών μπορεί να οφείλεται σε έντονη ευαισθησία στη γεύση, την οσμή ή την υφή, σε φόβο πνιγμού ή εμετού ή άλλης δυσάρεστης κατάστασης ή απλώς σε πολύ χαμηλή όρεξη και έλλειψη ενδιαφέροντος για το φαγητό.

Νεότερη ανασκόπηση του 2026 δείχνει, επίσης, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικό ρόλο παίζει ακόμη και η προσμονή του γεύματος. Δηλαδή το άγχος ή η αποστροφή μπορεί να ξεκινούν πριν καν το άτομο δοκιμάσει το φαγητό. Αυτός είναι και ένας λόγος που οι θεραπείες σταδιακής έκθεσης σε διαφορετικές τροφές μελετώνται όλο και περισσότερο.

Το ARFID εμφανίζεται συχνότερα και μαζί με άλλες καταστάσεις, όπως:

Οι καταστάσεις αυτές δεν προκαλούν απαραίτητα ARFID, αλλά συχνά συνυπάρχουν και λαμβάνονται υπόψη στην αξιολόγηση.

Δεν αφορά μόνο τα παιδιά

Αν και συχνά ξεκινά σε μικρή ηλικία, πλέον γνωρίζουμε ότι το ARFID μπορεί να αφορά και ενήλικες. Πρόσφατη ανασκόπηση εκτιμά ότι η διαταραχή μπορεί να είναι περίπου τόσο συχνή όσο και άλλες διατροφικές διαταραχές, ενώ καταγράφεται σε όλες τις ηλικίες.

Έχει επίσης ισχυρό γενετικό υπόβαθρο. Μελέτες σε διδύμους έχουν εκτιμήσει την κληρονομικότητα περίπου στο 79%, ποσοστό υψηλότερο από εκείνο που έχει υπολογιστεί για ορισμένες άλλες διατροφικές διαταραχές.

Πώς αντιμετωπίζεται

Η διάγνωση γίνεται μέσα από αναλυτική συζήτηση για το τι τρώει κάποιος μέσα στην ημέρα, τι αποφεύγει και γιατί, αλλά και με ιατρικό έλεγχο για πιθανές διατροφικές ελλείψεις ή προβλήματα ανάπτυξης.

Μία από τις θεραπείες που χρησιμοποιούνται είναι η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία ειδικά προσαρμοσμένη για ARFID, η οποία βοηθά το άτομο να έρχεται σταδιακά σε επαφή με τροφές, μυρωδιές ή υφές που αποφεύγει.

Στα παιδιά, πρόσφατη τυχαιοποιημένη μελέτη έδειξε ότι η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική, ειδικά σε παιδιά με χαμηλό βάρος, σε σύγκριση με ατομική θεραπεία.

Το βασικό μήνυμα για τους γονείς είναι ότι η επιλεκτικότητα στο φαγητό δεν σημαίνει αυτομάτως διαταραχή. Όταν όμως η λίστα των «ασφαλών» τροφών μικραίνει συνεχώς, το παιδί χάνει βάρος ή δεν αναπτύσσεται φυσιολογικά, φοβάται το φαγητό ή αρχίζει να αποφεύγει κοινωνικές δραστηριότητες, τότε αξίζει να ζητηθεί αξιολόγηση από ειδικό.

Φωτογραφία: istock