Iatropedia

Βιταμίνη D: «Στοπ» στον ετήσιο έλεγχο στους υγιείς βάζουν οι επιστήμονες – Πόσος χρόνος στον ήλιο είναι αρκετός

happy modern woman in white swimsuit at the beach relaxing.

Ζούμε σε μια από τις πιο ηλιόλουστες χώρες, κι όμως, ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού καταγράφει έλλειψη ή ανεπάρκεια στη βιταμίνη D

Η βιταμίνη D, η οποία αποκαλείται και «βιταμίνη του ήλιου» δεν είναι απλώς ένα διατροφικό στοιχείο για την υγεία των οστών, αλλά μια ορμόνη με κρίσιμο ρόλο στην ομαλή λειτουργία ολόκληρου του οργανισμού.

Σήμερα, τα επιστημονικά δεδομένα ξεκαθαρίζουν το τοπίο τόσο για τον σωστό τρόπο σύνθεσής της μέσω του ήλιου, αλλά και για το πότε πραγματικά χρειάζεται να υποβαλλόμαστε σε αιματολογικό έλεγχο, αν είμαστε υγιείς.

Βιταμίνη D: Ο πολυδιάστατος ρόλος της στον οργανισμό

Η επάρκεια της βιταμίνης D ρυθμίζει μια σειρά από ζωτικές λειτουργίες, όπως έχει αποκαλύψει η επιστημονική έρευνα τα τελευταία χρόνια.

Και πιο συγκεκριμένα:

Ποια είναι τα φυσιολογικά όρια της βιταμίνης D στο αίμα

Ο έλεγχος γίνεται μέσω της μέτρησης της 25-υδροξυβιταμίνης D [25(OH)D] στον ορό του αίματος.

Με βάση τα διεθνή πρότυπα:

Νέες κατευθυντήριες οδηγίες για τις εξετάσεις – Τέλος στον αιματολογικό έλεγχο στους υγιείς

Παρά την εκτεταμένη ανησυχία για τα επίπεδα της βιταμίνης D, η ιατρική κοινότητα προχωρά σε επαναξιολόγηση της τακτικής των μαζικών εξετάσεων ρουτίνας για την ανίχνευση των επιπέδων βιταμίνης D στο αίμα στον υγιή πληθυσμό.

Τον Ιούνιο του 2024, η Αμερικανική Ενδοκρινολογική Εταιρεία (Endocrine Society) εξέδωσε νέες κατευθυντήριες οδηγίες, συστήνοντας τον τερματισμό της συνταγογράφησης – ρουτίνας των αιματολογικών εξετάσεων για τη βιταμίνη D σε υγιείς ενήλικες κάτω των 75 ετών.

Η Δρ. Marie Demay, από την Ιατρική Σχολή του Χάρβαρντ και Πρόεδρος της επιτροπής των νέων κατευθυντήριων οδηγιών, εξηγεί το σκεπτικό της απόφασης:

«Αυτό που επιδιώξαμε με αυτές τις νέες οδηγίες ήταν να καταλήξουμε, ποιες είναι οι πραγματικές ανάγκες σε βιταμίνη D, ώστε ένας υγιής άνθρωπος να προλάβει μελλοντικές ασθένειες. Εστιάσαμε αποκλειστικά σε όσους δεν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα υγείας που να ‘σαμποτάρει’ τον τρόπο με τον οποίο το σώμα τους απορροφά ή αξιοποιεί τη βιταμίνη. Έτσι, οι πληθυσμοί που ενδέχεται να ωφεληθούν από υψηλότερες δόσεις συμπληρωμάτων είναι τα άτομα ηλικίας 75 ετών και άνω, οι έγκυες, οι ενήλικες με προδιαβήτη, καθώς και τα παιδιά και οι έφηβοι 18 ετών και κάτω. Ωστόσο, ούτε και για αυτές τις ομάδες δεν συνιστούμε πλέον τον έλεγχο ρουτίνας των επιπέδων της βιταμίνης D στο αίμα».

Το λάθος της υπερ-πρόληψης και το σκεπτικό της απόφασης

Μελετώντας όλα τα παραπάνω οι επιστήμονες εξήγαγαν κάποια βασικά συμπεράσματα, δηλαδή τα εξής:

Οι εξαιρέσεις

Η νέα σύσταση αφορά αυστηρά τον υγιή πληθυσμό. Ασθενείς που έχουν ήδη διαγνωστεί με οστεοπόρωση, νεφρική ανεπάρκεια, νοσήματα του εντέρου (όπως νόσος Crohn, που εμποδίζουν την απορρόφηση) ή παθήσεις των παραθυρεοειδών, παραμένουν στο προηγούμενο καθεστώς και επιβάλλεται να κάνουν τακτικό αιματολογικό έλεγχο.

Η διατήρηση της υγείας γύρω από τη βιταμίνη D φαίνεται να επιστρέφει στα βασικά: στη λελογισμένη, στοχευμένη έκθεση στον ήλιο και στη χορήγηση συμπληρωμάτων μόνο όταν και όπου κλινικά απαιτείται, χωρίς υπερβολική ιατρικοποίηση του προβλήματος.

Η κριτική

Νεότερη κριτική ανασκόπηση, ωστόσο, που δημοσιεύθηκε τον Μάϊο του 2026 -αν και δεν αμφισβητεί την οδηγία για περιορισμό των μαζικών προληπτικών εξετάσεων  στους υγιείς- θέτει ερωτήματα, επισημαίνοντας ότι οι γιατροί έχουν τρία βασικά διλήμματα μέσα στο ιατρείο:

Ο κανόνας του ήλιου: Πότε και πόση έκθεση χρειάζεται ο οργανισμός μας

Μέχρι οι επιστήμονες λύσουν τον επιστημονικό γρίφο, όλοι εμείς μπορούμε να παίρνουμε επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D με λελογισμένη έκθεση στον ήλιο.

Η  πρωινή έκθεση στον ήλιο δεν επαρκεί, καθώς η ενδογενής παραγωγή της βιταμίνης D εξαρτάται αποκλειστικά από την υπεριώδη ακτινοβολία τύπου Β (UVB).

Οι ακτίνες αυτές διαπερνούν την ατμόσφαιρα σε επαρκή ποσότητα μόνο όταν ο ήλιος βρίσκεται ψηλά, δηλαδή κυρίως μεταξύ 10:00 και 15:00.  Έτσι, για να παραγάγει ο οργανισμός τα απαραίτητα επίπεδα, οι ειδικοί συστήνουν 15 έως 30 λεπτά έκθεσης, χωρίς αντηλιακό, τις ώρες της έντονης ηλιοφάνειας.

Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να εκτίθεται επαρκής επιφάνεια γυμνού δέρματος (περίπου το 20% του σώματος, όπως κορμός, χέρια, πόδια και πλάτη). Η έκθεση μικρών επιφανειών, όπως μόνο τα χέρια, μόνο τα πόδια ή μόνο το πρόσωπο, δεν αρκεί.

Φυσικά, ο χρυσός κανόνας παραμένει η αποφυγή του ηλιακού εγκαύματος, ειδικά για τα ανοιχτόχρωμα δέρματα.

Φωτογραφία: iStock