Iatropedia

Υπερμετρωπία: Πού οφείλεται και πώς επηρεάζει την όραση – Η αντιμετώπιση με λέιζερ

corrective eyeglasses

Η υπερμετρωπία συνήθως εμφανίζεται από τη γέννηση, αλλά μπορεί να παρουσιάσει ελάττωση στην εφηβεία.

Περισσότεροι από ένας στους πέντε ενήλικες στην Ευρώπη πάσχουν από υπερμετρωπία, ένα συνηθισμένο διαθλαστικό σφάλμα της όρασης που τους επιτρέπει συνήθως να βλέπουν καλύτερα οτιδήποτε βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση (συνήθως πάνω από 6 μέτρα).

Αντιθέτως, δυσκολεύονται να εστιάσουν σε οτιδήποτε βρίσκεται κοντά τους. Όσοι όμως έχουν μεγάλη υπερμετρωπία μπορεί να δυσκολεύονται σε όλες τις αποστάσεις.

Η αιτία της υπερμετρωπίας κρύβεται στο σχήμα των ματιών. Όταν το μήκος του από την επιφάνεια έως το οπίσθιο τμήμα είναι μεγαλύτερο από το φυσιολογικό, οι ακτίνες του φωτός δεν εστιάζονται επάνω αλλά πίσω από τον αμφιβληστροειδή. Το ίδιο και όταν δεν είναι φυσιολογικό το σχήμα του κερατοειδούς.

Ο αμφιβληστροειδής είναι ο χιτώνας στο οπίσθιο τμήμα του ματιού όπου βρίσκονται τα κύτταρα-υποδοχείς του φωτός. Αντίστοιχα ο κερατοειδής είναι ο χιτώνας στο πρόσθιο τμήμα του ματιού (στην επιφάνειά του).

Η εστίαση του φωτός πίσω από τον αμφιβληστροειδή δεν προκαλεί μόνον θόλωμα της όρασης, αλλά και κόπωση των ματιών.

«Η υπερμετρωπία είναι ένα συχνό διαθλαστικό σφάλμα της όρασης. Οφείλεται στη μειωμένη διαθλαστική δύναμη του οφθαλμού (διαθλαστική υπερμετρωπία) ή στον μειωμένο προσθιοπίσθιο άξονα του οφθαλμού (αξονική υπερμετρωπία)», αναφέρει ο χειρουργός οφθαλμίατρος δρ Μίλτος Μπαλίδης, ειδικός στη χειρουργική κερατοειδούς και προσθίων ημιμορίων στο Ινστιτούτο Οφθαλμολογίας & Μικροχειρουργικής Ophthalmica, στη Θεσσαλονίκη.

Η διαταραχή συνήθως εμφανίζεται από τη γέννηση. Μπορεί όμως να παρουσιάσει μια ελάττωση στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία λόγω της αυξημένης προσαρμοστικότητας του φακού των ματιών. Θα αρχίσει, όμως, να ενοχλεί πάλι τους πάσχοντες στην ηλικία των 30-35 ετών, προσθέτει ο ιατρός.

Η υπερμετρωπία μπορεί να αντιμετωπιστεί με γυαλιά όρασης, φακούς επαφής, διαθλαστική επέμβαση με Laser ή με χειρουργική επέμβαση για την αντικατάσταση του φυσικού, κρυσταλλοειδούς φακού του οφθαλμού, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την εστίαση.

Αντιμετώπιση με λέιζερ

Η πιο σύγχρονη μέθοδος στον τομέα της διαθλαστικής χειρουργικής για την αντιμετώπισή της υπερμετρωπίας είναι η τεχνική SMILE Pro laser.

Η μέθοδος αυτή είναι περισσότερο διαδεδομένη για τη διόρθωση άλλων διαθλαστικών σφαλμάτων, όπως η μυωπία και ο αστιγματισμός. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια χρησιμοποιείται και για την διόρθωση της υπερμετρωπίας.

«Πρόκειται για την πιο ελάχιστα παρεμβατική τεχνική λέιζερ παγκοσμίως», τονίζει ο δρ Μπαλίδης. «Διενεργείται μέσω μίας μικροσκοπικής τομής σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα και με ένα μόνο σύστημα λέιζερ, έναντι των κλασικών δύο που χρησιμοποιούνταν στις προηγούμενες μεθόδους διαθλαστικών επεμβάσεων».

Ειδικότερα, η επέμβαση εκτελείται με τη χρήση τεχνολογίας femtosecond laser. Αυτό εφαρμόζεται για ελάχιστο χρονικό διάστημα (λιγότερα από 10 δευτερόλεπτα), χωρίς να επιβαρύνει θερμικά την επιφάνεια του οφθαλμού και συγκεκριμένα τον κερατοειδή χιτώνα.

Στην επέμβαση με SMILE Pro δεν χρησιμοποιείται καθόλου το παραδοσιακό λέιζερ εξάχνωσης (Excimer Laser) που υπάρχει στις παλαιού τύπου διαθλαστικές επεμβάσεις.

Επιπλέον, απαιτεί τομή μόλις 2 χιλιοστά (mm) έναντι της ολικής περιφερειακής τομής που έπρεπε να γίνει με τις παλαιότερες μεθόδους (π.χ. LASIK). Το αποτέλεσμα είναι να επηρεάζει ελάχιστα την βιο-μηχανική και την αρχιτεκτονική του κερατοειδούς, αφήνοντας εντελώς ανέγγιχτο και ανέπαφο το πρόσθιο τμήμα του. Η συνολική διάρκεια της επέμβασης, εξάλλου, δεν ξεπερνά τα 10 λεπτά.

Κατάλληλοι υποψήφιοι

Η μέθοδος SMILE Pro μπορεί να διενεργηθεί σε υποψήφιους με υψηλή υπερμετρωπία (μέχρι 5 διοπτρίες – βαθμούς). Επιπλέον, οι πάσχοντες δεν πρέπει να έχουν καθόλου αστιγματισμό, είτε να έχουν μικρούς βαθμούς (συνήθως μέχρι 2,25 διοπτρίες).

Οι πάσχοντες πρέπει επίσης να έχουν κεντρικό πάχος του κερατοειδούς (CCT) στα όρια του φυσιολογικού (από 510 μm και επάνω). «Η κερατοειδική παχυμετρία είναι κρίσιμος παράγοντας συμβατότητας για τους υποψήφιους που επιθυμούν να διορθώσουν τα διαθλαστικά τους σφάλματα με λέιζερ», επισημαίνει ο ιατρός.

Η αντιμετώπιση της υπερμετρωπίας με την μέθοδο αυτή έχει αρκετά πλεονεκτήματα. Ένα από τα βασικότερα είναι ότι έχει ελάχιστη τραυματικότητα σε σύγκριση με τη μέθοδο Lasik. Έτσι η αποκατάσταση είναι άμεση.

Οι ασθενείς μπορούν από το πρώτο βράδυ μετά την επέμβαση να εργαστούν, να απασχοληθεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, να δουν τηλεόραση. Την επόμενη ημέρα αναλαμβάνουν κανονικά τα επαγγελματικά καθήκοντά τους. «Δραστηριότητες όπως το διάβασμα και η οδήγηση συνεχίζονται ανεπηρέαστες μετά την επέμβαση», τονίζει ο δρ Μπαλίδης.

Επιπρόσθετα, η βελτίωση της όρασης αρχίζει να γίνεται αντιληπτή από την επομένη ημέρα της επέμβασης. Πολλοί ασθενείς, εξ άλλου, έχουν εντελώς καθαρή όραση μέσα σε 2-4 εβδομάδες μετεγχειρητικά.

«Η τεχνική που εφαρμόζεται για τη διόρθωση της υπερμετρωπίας διαφέρει ελαφρώς από αυτήν που χρησιμοποιείται για τη διόρθωση της μυωπίας. Ωστόσο προσφέρει ακριβώς την ίδια ακρίβεια μετεγχειρητικού αποτελέσματος, ασφάλεια και άνεση. Εξατομικεύεται, τέλος, απολύτως με τις ανάγκες κάθε υποψηφίου ασθενούς» καταλήγει ο ειδικός.

Φωτογραφία: iStock