Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) αποτελεί μία από τις συχνότερες νευροαναπτυξιακές διαταραχές παγκοσμίως. Αν και είναι κυρίως γνωστή για συμπτώματα όπως η διάσπαση προσοχής, η παρορμητικότητα και οι δυσκολίες οργάνωσης, οι επιστήμονες ανακαλύπτουν ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι η επίδρασή της μπορεί να εκτείνεται πολύ πέρα από τον εγκέφαλο.
Ένα αυξανόμενο σώμα ερευνών συνδέει τη ΔΕΠΥ με ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων υγείας, όπως το άγχος, οι διατροφικές διαταραχές, οι ημικρανίες, τα αυτοάνοσα νοσήματα, ο χρόνιος πόνος και η μακρά Covid (long Covid). Παρότι οι ακριβείς μηχανισμοί παραμένουν υπό διερεύνηση, οι ειδικοί θεωρούν ότι οι σχέσεις αυτές αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή.
Η σύνδεση της ΔΕΠΥ με τον χρόνιο πόνο
Μία μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2026 στο περιοδικό Scientific Reports, εξέτασε 958 ενήλικες με χρόνιο πόνο που δεν ανταποκρινόταν στις διαθέσιμες θεραπείες. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσοι ανέφεραν εξαιρετικά σοβαρό πόνο είχαν σημαντικά περισσότερα συμπτώματα της διαταραχής, σε σύγκριση με άτομα που βίωναν ηπιότερο πόνο.
Συνολικά, τα χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ εμφανίζονταν περίπου δύο φορές συχνότερα σε αυτή την ομάδα ασθενών σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ορισμένα χαρακτηριστικά της ΔΕΠΥ, όπως η παρορμητικότητα και η γνωστική ακαμψία, δηλαδή η δυσκολία προσαρμογής σε νέες σκέψεις ή καταστάσεις, ενδέχεται να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο βιώνει τον πόνο. Σύμφωνα με την κλινική ψυχολόγο στο Χάντσβιλ της Αλαμπάμα, Κάρεν Στιούαρτ, οι πεποιθήσεις που έχουμε για τον πόνο και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρούμε σε αυτόν, μπορούν είτε να εντείνουν είτε να μετριάσουν την ταλαιπωρία που προκαλεί.
«Για παράδειγμα, η τάση να φαντάζεται κανείς τα χειρότερα δυνατά σενάρια ή να εγκλωβίζεται σε αρνητικές σκέψεις μπορεί να ενισχύσει την αντίληψη του πόνου». Η ψυχίατρος από το Σαν Φρανσίσκο, Μάργκο Πούμαρ, επισημαίνει ότι άτομα με ΔΕΠΥ που αντιμετωπίζουν χρόνιο πόνο, συχνά κατακλύζονται από την ανησυχία ότι τα συμπτώματά τους δεν θα βελτιωθούν ποτέ. Έτσι μπορεί να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος σκέψεων, με διαρκείς φόβους ότι η κατάσταση θα συνεχιστεί επ’ αόριστον, γεγονός που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τη συνολική εμπειρία του πόνου.
Ο πιθανός ρόλος της νευροφλεγμονής
Στο επίκεντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντος βρίσκεται και η νευροφλεγμονή, δηλαδή η φλεγμονώδης διεργασία στον εγκέφαλο και στον νωτιαίο μυελό.
Αν και η ΔΕΠΥ θεωρείται ότι προκύπτει από έναν πολύπλοκο συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, αρκετές μελέτες υποδεικνύουν ότι η νευροφλεγμονή μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία των νευρικών κυττάρων και να συμβάλλει στην εμφάνιση συμπτωμάτων, όπως η απροσεξία και οι δυσκολίες εκτελεστικών λειτουργιών.
Ο Γιουτζίν Μερζόν, ερευνητής ΔΕΠΥ από το Υπουργείο Υγείας του Ισραήλ, εξήγησε ότι η νευροφλεγμονή μπορεί να διαταράξει τον τρόπο με τον οποίο οι νευρώνες στον εγκέφαλο επικοινωνούν και λειτουργούν, με αποτέλεσμα τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της ΔΕΠΥ, όπως η απροσεξία και η εκτελεστική δυσλειτουργία.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι η χρόνια φλεγμονή ενδέχεται επίσης να επιβαρύνει το νευρικό σύστημα, ενισχύοντας συμπτώματα όπως ο πόνος, η κόπωση και οι δυσκολίες μνήμης.
ΔΕΠΥ, ανοσοποιητικό και αυτοάνοσα νοσήματα
Τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί αρκετές ενδείξεις ότι η ΔΕΠΥ συνυπάρχει συχνότερα με διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος.
Μελέτες έχουν συσχετίσει τη ΔΕΠΥ με αυξημένη συχνότητα άσθματος, αλλεργιών, εκζέματος, ρευματοειδούς αρθρίτιδας, σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 και υποθυρεοειδισμού.
Παράλληλα, ερευνητική ομάδα από το Ισραήλ διαπίστωσε ότι τα άτομα με διάγνωση ΔΕΠΥ εμφάνιζαν αυξημένο κίνδυνο λοίμωξης από Covid-19 στα πρώτα στάδια της πανδημίας, σοβαρότερη νόσηση και μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης long Covid.
Σε άλλη μελέτη των ίδιων ερευνητών, παιδιά με ΔΕΠΥ παρουσίαζαν αυξημένους δείκτες φλεγμονής ήδη από τον πρώτο χρόνο ζωής τους, εύρημα που ενισχύει την υπόθεση ότι οι ανοσολογικοί μηχανισμοί ίσως παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη της διαταραχής.
Γιατί η διαχείριση μιας χρόνιας νόσου είναι πιο δύσκολη
Η ΔΕΠΥ μπορεί επίσης να δυσκολεύει την καθημερινή διαχείριση μιας χρόνιας πάθησης. Η τήρηση φαρμακευτικής αγωγής, η παρακολούθηση συμπτωμάτων, η συνέπεια στα ραντεβού και η διατήρηση σταθερών συνηθειών ύπνου, απαιτούν δεξιότητες οργάνωσης και προγραμματισμού, οι οποίες συχνά επηρεάζονται από τη διαταραχή.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η επιστήμη εξακολουθεί να αναζητά απαντήσεις για τις πολύπλοκες σχέσεις μεταξύ ΔΕΠΥ και σωματικής υγείας. Ωστόσο, το βασικό μήνυμα που αναδύεται από τις νεότερες έρευνες είναι ότι η εν λόγω διααραχή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως μια διαταραχή που αφορά τον εγκέφαλο.
Όπως επισημαίνουν οι επιστήμονες, ο εγκέφαλος, το ανοσοποιητικό σύστημα και το υπόλοιπο σώμα λειτουργούν ως ένα ενιαίο σύνολο και οι αλληλεπιδράσεις τους ίσως εξηγούν γιατί η ΔΕΠΥ συνδέεται με τόσες διαφορετικές πτυχές της υγείας.
ΠΗΓΕΣ: Scientific Reports / Washington Post /
Φωτογραφία: istock