Iatropedia

Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης στην Ανοσμία

Λύση στις διαταραχές όσφρησης που αντιμετωπίζει το 20% του γενικού πληθυσμού προσφέρει το ειδικό Ιατρείο Όσφρησης και Γεύσης που λειτουργεί στο Γ.Ν. Παπαγεωργίου. Στο εξειδικευμένο ιατρείο της Β΄ ΩΡΛ Κλινικής του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, οι ασθενείς με πλήρη απώλεια όσφρησης (ανοσμία) ή μειωμένη όσφρηση (υποσμία) υποβάλλονται σε ενδοσκοπικό έλεγχο της μύτης, σε ειδικά οσφρητικά και γευστικά τεστ και σε απεικονιστικό έλεγχο και ακολουθούν την αντίστοιχη θεραπεία, ανάλογα με τα αίτια του προβλήματος.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, όταν παρουσιάζει κανείς συμπτώματα όπως να μην απολαμβάνει το φαγητό ή να μην αντιλαμβάνεται τα αρώματα του περιβάλλοντος, τότε θα πρέπει να επισκέπτεται έγκαιρα ένα ειδικό ρινολογικό ιατρείο ώστε να αντιμετωπιστεί άμεσα, καθώς οι διαταραχές όσφρησης μπορεί να υποκρύπτουν άλλα προβλήματα υγείας, όπως οι λοιμώξεις, ακόμη και η νόσος Parkinson.

Με αφορμή την 27η Φεβρουαρίου – Παγκόσμια Ημέρα Ευαισθητοποίησης στην Ανοσμία (Anosmia World Awareness Day) – γιατροί της Β΄ ΩΡΛ Κλινικής και εθελοντές του Συλλόγου Φίλων του Νοσοκομείου «Η Αντηρίδα» θα μοιράσουν αύριο στο κοινό ενημερωτικά έντυπα για τις διαταραχές της όσφρησης.

Πρωτοποριακό ιατρείο

«Το Ιατρείο Όσφρησης και Γεύσης λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2007 στην Β’ ΩΡΛ Κλινική και υπήρξε το πρώτο ειδικό ιατρείο για διαταραχές της όσφρησης στην Ελλάδα. Σήμερα αποτελεί κέντρο αναφοράς στον ελλαδικό χώρο, ενώ συμμετέχει σε ένα δίκτυο ανάλογων ευρωπαϊκών ιατρείων για την καλύτερη αντιμετώπιση αυτών των παθήσεων. Στον τομέα της διάγνωσης, έχουμε τη δυνατότητα να υποβάλλουμε τον ασθενή σε πλήρη έλεγχο της μύτης. Οι τρεις κύριες αιτίες οσφρητικής δυσλειτουργίας είναι οι ιώσεις του ανώτερου αναπνευστικού, η χρόνια ρινοκολπίτιδα και οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις.

Όμως, η απώλεια όσφρησης μπορεί να οφείλεται σε κάποιον όγκο της περιοχής της βάσης του κρανίου, ενώ μπορεί να είναι πρώιμο σύμπτωμα και κάποιου νευροεκφυλιστικού νοσήματος, όπως η νόσος Parkinson και η νόσος Alzheimer», επισημαίνει ο υπεύθυνος του Ιατρείου Όσφρησης και Γεύσης, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ Ιορδάνης Κωνσταντινίδης.

Όπως εξηγεί, η ανοσμία, δηλαδή η πλήρης απώλεια της όσφρησης, αποτελεί για τον άρρωστο ένα είδος αναπηρίας, παρόλο που συχνά ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται έγκαιρα την σταδιακή της πτώση για να αναζητήσει έγκαιρα ιατρική βοήθεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα στα ρινολογικά ιατρεία να προσέρχεται μικρός αριθμός ασθενών και αρκετοί να παραμένουν αδιάγνωστοι και να υποφέρουν.

«Η έκπτωση της οσφρητικής ικανότητας ενός ατόμου για τον ίδιο υποκειμενικά επηρεάζει αρνητικά δύο αισθήσεις, την όσφρηση αλλά και την γεύση, με αποτέλεσμα να επιφέρει σημαντική πτώση στην ποιότητα ζωής του. Οι ασθενείς δεν απολαμβάνουν το φαγητό, δεν αντιλαμβάνονται τα αρώματα του περιβάλλοντος, παρουσιάζουν κοινωνική απομόνωση και ψυχολογική επιβάρυνση, ενώ αρκετοί βιώνουν επικίνδυνα ατυχήματα στην καθημερινή τους ζωή.

Για παράδειγμα, μπορεί να καταναλώσουν αλλοιωμένες τροφές ή να μην αναγνωρίσουν τις αναθυμιάσεις από καυστήρες, την φωτιά από φαγητό που καίγεται στην κουζίνα κλπ, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους έως και θανάτους είτε από την εισπνοή αερίων ή από εγκαύματα», υπογραμμίζει ο κ. Κωνσταντινίδης.

Η έγκαιρη αντιμετώπιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο επειδή το ποσοστό των ατόμων με διαταραχές όσφρησης θεωρείται σταθερά υψηλό στον γενικό πληθυσμό (5% πάσχει από ανοσμία και 15% από υποσμία) αλλά και επειδή αυξάνεται κατακόρυφα στο 50% σε άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών.