Η όραση δεν είναι σταθερή καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, αλλά αλλάζει με την πάροδο της ηλικίας. Οι περισσότεροι από εμάς, λ.χ., χάνουμε την ικανότητα να βλέπουμε καθαρά κοντά μετά τα 45-50 μας χρόνια. Πολλοί δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν χρώματα παρόμοιας χροιάς, όπως το μαύρο από το σκούρο μπλε. Και άλλοι διαπιστώνουν ότι τα μάτια τους χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να προσαρμοσθούν στις αλλαγές της έντασης του φωτός.
Αυτού του είδους τα προβλήματα αντιμετωπίζονται εύκολα με διορθωτικά γυαλιά, φακούς επαφής ή βελτίωση του φωτισμού στο σπίτι. Υπάρχουν όμως και πολλές οφθαλμοπάθειες, οι οποίες αναπτύσσονται αθόρυβα, χωρίς συμπτώματα, πλήττοντας ύπουλα την όραση.
Οι οφθαλμοπάθειες αυτές είναι πιο συχνές μετά την ηλικία των 60 ετών. Εάν δεν γίνουν αντιληπτές νωρίς, όταν ακόμα είναι εφικτό να αντιμετωπιστούν, μπορεί να προκαλέσουν μη αναστρέψιμες βλάβες στην όραση.Ο τακτικός έλεγχος των ματιών και της όρασης μπορεί να αποκαλύψει αδιόρατες αλλαγές, πριν να είναι πολύ αργά.
«Πολλές σοβαρές οφθαλμοπάθειες της τρίτης ηλικίας δεν έχουν πρώιμα συμπτώματα, αλλά αναπτύσσονται «σιωπηρά». Έτσι ο πάσχων μπορεί να μην αντιληφθεί ότι αλλάζει η όρασή του πριν επιδεινωθεί αρκετά η κατάστασή της», αναφέρει ο χειρουργός-οφθαλμίατρος δρ Κωνσταντίνος X. Καραμπάτσας, αναπληρωτής καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Δυτικής Αττικής, λέκτορας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Bristol, στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Την κατάσταση περιπλέκουν συστηματικά προβλήματα υγείας, όπως η υπέρταση ή ο σακχαρώδης διαβήτης. Τα νοσήματα αυτά έχουν οφθαλμολογικές επιπτώσεις, οι οποίες όμως παραμένουν άγνωστες στο ευρύ κοινό, αλλά πρέπει να ανιχνεύονται και να αντιμετωπίζονται νωρίς.
Για όλους αυτούς τους λόγους «συνιστάται προσυμπτωματικός οφθαλμολογικός έλεγχος μία φορά τον χρόνο μετά την ηλικία των 60 ετών», τονίζει ο καθηγητής.
Ο ετήσιος οφθαλμολογικός έλεγχος μετά τα 60 μπορεί να αποκαλύψει νωρίς πολλές οφθαλμοπάθειες της τρίτης ηλικίας, όπως αυτές που ακολουθούν:
Ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας είναι κλασική οφθαλμοπάθεια της τρίτης ηλικίας. Η ωχρά κηλίδα είναι ένα λεπτό στρώμα φωτοευαίσθητων νευρικών κυττάρων που αποτελεί το κεντρικό τμήμα του αμφιβληστροειδή χιτώνα στο πίσω μέρος του οφθαλμού. Είναι υπεύθυνη για την ευκρινή όραση, καθώς και για την αντίληψη των χρωμάτων.
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας αποτελεί την συχνότερη αιτία τύφλωσης σε ηλικιωμένους ανθρώπους στις ανεπτυγμένες χώρες. Υπολογίζεται ότι κάθε άνθρωπος έχει μία στις 12 πιθανότητες να την εκδηλώσει στη διάρκεια της ζωής τους. Εάν όμως έχει στενό συγγενή με την οφθαλμοπάθεια, οι πιθανότητές του αυξάνονται αισθητά.
Η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς πλήττει δραστηριότητες, όπως:
- Το διάβασμα
- Η οδήγηση
- Η ικανότητα να βλέπει κάποιος τηλεόραση
- Η αναγνώριση προσώπων
Και αυτό διότι η οφθαλμοπάθεια επηρεάζει την κεντρική όραση, η οποία είναι απαραίτητη σε όλες αυτές τις δραστηριότητες. Αντιθέτως, η περιφερειακή όραση παραμένει ανέπαφη.
Καταρράκτης
Ο καταρράκτης επίσης είναι συχνότερος μετά τα 60 έτη, αν και μπορεί να προσβάλλει ανθρώπους κάθε ηλικίας. Κατ’ αυτόν, θολώνει ο κρυσταλλοειδής φακός του ματιού, ο οποίος βρίσκεται πίσω από την ίριδα και φυσιολογικά μας επιτρέπει να βλέπουμε με ευκρίνεια.
Το θόλωμά του με την πάροδο της ηλικίας οφείλεται κυρίως σε αλλοιώσεις της πρωτεϊνικής του δομής. Όταν ο φακός θολώσει αρκετά και εμποδίζει τη διέλευση του φωτός, εμφανίζονται προβλήματα κυρίως στη μακρινή όραση.
Υπολογίζεται ότι σχεδόν οι μισοί άνθρωποι ηλικίας άνω των 60 ετών εκδηλώνουν καταρράκτη. Στις ηλικίες άνω των 80 ετών, όμως, πάσχουν περισσότερα από εννέα στα δέκα άτομα.
Αυτός ο γεροντικός καταρράκτης, όπως λέγεται, συνήθως αναπτύσσεται και στα δύο μάτια. Ωστόσο η εξέλιξή του μπορεί να διαφέρει μεταξύ των ματιών. Η ανάπτυξή του προκαλεί τελικά:
- Θολή όραση
- Μειωμένη ευαισθησία στην αντίθεση (contrast)
- Μειωμένη όραση στο ημίφως (π.χ. κατά την οδήγηση το βράδυ)
- «Ξεθώριασμα» των χρωμάτων
- Αυξημένη ευαισθησία στις αντανακλάσεις του φωτός
Γλαύκωμα
Μετά την ηλικία των 60 ετών αυξάνεται σημαντικά και ο κίνδυνος να αναπτυχθεί γλαύκωμα. Αυτό επηρεάζει το οπτικό νεύρο και, εάν δεν διαγνωστεί εγκαίρως, μπορεί να προκαλέσει τύφλωση. Το οπτικό νεύρο υφίσταται βλάβες κυρίως από την αυξημένη πίεση στο εσωτερικό του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση).
Η πίεση αυτή ασκείται από το υγρό (λέγεται υδατοειδές υγρό) που βρίσκεται στο εσωτερικό του οφθαλμού.
Το γλαύκωμα είναι ίσως η πιο «ύπουλη» από τις παθήσεις που απειλούν την όραση. Και αυτό διότι προκαλεί συμπτώματα μόνο στα τελικά στάδια, όταν έχει εγκατασταθεί ήδη μεγάλη απώλεια στο οπτικό πεδίο, τονίζει ο δρ Καραμπάτσας.
Για τον λόγο αυτό ονομάζεται και «σιωπηρή νόσος», η οποία όμως ανήκει στις παθολογικές καταστάσεις που μπορούν (αν δεν διαγνωστούν εγκαίρως) να οδηγήσουν σε ολική και μη αντιστρέψιμη απώλεια της όρασης.
Υπολογίζεται ότι ο κίνδυνος να αναπτυχθεί γλαύκωμα είναι εξαπλάσιος μετά τα 60 έτη, απ’ ό,τι στις νεότερες ηλικίες. Αυτό οφείλεται:
- Στην σταδιακή επιβράδυνση του συστήματος παροχέτευσης του υδατοειδούς υγρού
- Στην σχετιζόμενη με την ηλικία εξασθένηση του οπτικού νεύρου
Να αναπτύξουν γλαύκωμα κινδυνεύουν ιδιαιτέρως ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό γλαυκώματος.
Τι συμπεριλαμβάνει ο έλεγχος
«Δεδομένου ότι αυτές οι οφθαλμοπάθειες συνήθως αρχίζουν ασυμπτωματικά, η έγκαιρη διάγνωσή τους μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τον τακτικό οφθαλμολογικό έλεγχο», επισημαίνει ο καθηγητής.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχεται η οπτική οξύτητα και γίνεται μυδρίαση (διαστολή της κόρης του οφθαλμού με ειδικά κολλύρια) για να εξεταστεί το εσωτερικό των ματιών (π.χ .ο βυθός) και να ελεγχθεί η υγεία του οπτικού νεύρου και της ωχράς κηλίδας. Γίνεται επίσης μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης (για το γλαύκωμα) και εξέταση στη σχισμοειδή λυχνία που μπορεί να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει την ύπαρξη καταρράκτη.
«Ο προσυμπτωματικός οφθαλμολογικός έλεγχος είναι απαραίτητος για την ανίχνευση αλλοιώσεων που υποδηλώνουν έναρξη σοβαρών οφθαλμοπαθειών. Η ανίχνευσή τους γίνεται σε στάδια όπου η αντιμετώπισή τους είναι πιο εύκολη, ενώ ταυτοχρόνως προστατεύονται οι ασθενείς από την απώλεια όρασης. Αυτό είναι απαραίτητο για την διατήρηση της ανεξαρτησίας και της ποιότητας ζωής στην τρίτη ηλικία», καταλήγει ο κ. Καραμπάτσας.
Φωτογραφία: iStock