Iatropedia

Μελάνωμα: Πως επηρεάζει η διατροφή την αντιμετώπιση της νόσου

Ποιο συστατικό της καθημερινής διατροφής φαίνεται να βελτιώνει την ανταπόκριση του οργανισμού στην ανοσοθεραπεία. Τι έδειξε νέα, μεγάλη μελέτη.

Η διατροφή μπορεί να επηρεάζει την έκβαση των ασθενών με μελάνωμα που υποβάλλονται σε ανοσοθεραπεία, αναφέρει διεθνής ομάδα επιστημόνων.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Science, έδειξε ότι όσοι ακολουθούσαν μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες έζησαν περισσότερο χωρίς επιδείνωση της νόσου, σε σχέση με τους ασθενείς που ακολουθούσαν μια διατροφή φτωχή σε φυτικές ίνες.

Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διατροφή μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς να ανταποκριθούν καλύτερα στην ανοσοθεραπεία, επηρεάζοντας το μικροβίωμα του εντέρου.

Αντιθέτως, η κατανάλωση προβιοτικών μπορεί να είναι δυνητικά επιζήμια για τους ασθενείς, ανέφεραν οι ερευνητές. Τα προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί που συνήθως καταναλώνονται ως συμπλήρωμα για τη βελτίωση της υγείας του εντέρου.

Οι ερευνητές ισχυρίζονται ότι η μελέτη τους μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη αντιμετώπιση πολλών μορφών καρκίνου και όχι μόνο του μελανώματος.

«Το μελάνωμα είναι ένας από τους πιο επιθετικούς καρκίνους. Οι ασθενείς χάνουν τη ζωή τους λόγω των μεταστάσεων που κάνει σε άλλα όργανα, όπως στο ήπαρ, στους πνεύμονες και στον εγκέφαλο», εξηγεί ο δερματολόγος – αφροδισιολόγος δρ Χρήστος Στάμου.

Τα περισσότερα μελανώματα εάν εντοπιστούν εγκαίρως  μπορούν να θεραπευτούν με σχετικά μικρές χειρουργικές επεμβάσεις, όπου γίνεται εκτομή του όγκου και αφαίρεση του λεμφαδένα φρουρού, προσθέτει. Εάν η διάγνωση καθυστερήσει και ο καρκίνος βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, οι ασθενείς υποβάλλονται σε πρόσθετες θεραπείες (χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία, ανοσοθεραπεία).

Τα σημεία ελέγχου του ανοσοποιητικού

Στη νέα μελέτη συμμετείχαν περισσότεροι από 80 ερευνητές, με επικεφαλής επιστήμονες από το Κέντρο Ερευνών για τον Καρκίνο του Εθνικού Ιδρύματος Καρκίνου (NCI) των ΗΠΑ και του Κέντρου Καρκίνου MD Anderson του Πανεπιστημίου του Τέξας.

Οι ασθενείς που συμμετείχαν στη μελέτη έπασχαν από προχωρημένο μελάνωμα. Οι περισσότεροι υποβάλλονταν σε μια καινοτόμο θεραπευτική τεχνική που ονομάζεται αποκλεισμός των σημείων ανοσολογικού ελέγχου (ICB).

Η θεραπεία βασίζεται σε φάρμακα-αναστολείς που μπλοκάρουν ορισμένες πρωτεΐνες, που ονομάζονται σημεία ελέγχου. Οι πρωτεΐνες αυτές παράγονται από ορισμένα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος (Τ-λεμφοκύτταρα) και από ορισμένα καρκινικά κύτταρα.

Τα σημεία ελέγχου βοηθούν στην αποτροπή υπερβολικά ισχυρών ανοσολογικών αποκρίσεων, αλλά μερικές φορές αυτό σημαίνει ότι εμποδίζουν και τα Τ-λεμφοκύτταρα να σκοτώσουν τα καρκινικά κύτταρα. Έτσι, όταν τα σημεία ελέγχου μπλοκάρονται, τα Τ-λεμφοκύτταρα μπορούν να είναι αποτελεσματικότερα στην εξουδετέρωση των καρκινικών.

Το μικροβίωμα του εντέρου

Η ερευνητική ομάδα θέλησε να διαπιστώσει κατά πόσον η πρόσληψη διαιτητικών (φυτικών) ινών και η χρήση προβιοτικών επηρεάζουν την ανταπόκριση των ασθενών στην ανοσοθεραπεία.

Οι ερευνητές αρχικά σκιαγράφησαν το μικροβίωμα του εντέρου σε συνολικά 293 πάσχοντες από μελάνωμα. Το μικροβίωμα του ανθρώπινου εντέρου είναι μια πολύπλοκη κοινότητα. Αποτελείται από περισσότερα από 10 τρισεκατομμύρια μικροβιακά κύτταρα, που προέρχονται από περίπου 1.000 διαφορετικά είδη βακτηρίων.

Διαμορφώνεται από διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων και των φαρμάκων. Τα γονίδια δεν παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίησή του από άτομο σε άτομο.

Οι ασθενείς με μελάνωμα που άρχισαν θεραπεία με ICB (87% του συνόλου των συμμετεχόντων) κλήθηκαν να συμμετάσχουν σε έρευνα του τρόπου ζωής τους. Η έρευνα συμπεριλάμβανε περιελάμβανε ερωτήσεις για τις διατροφικές συνήθειές τους. Οι ερευνητές τους ρώτησαν επίσης αν είχαν καταναλώσει προβιοτικά τον μήνα πριν από την έναρξη της θεραπείας.

Η χαμηλή ή ανεπαρκής πρόσληψη φυτικών ινών αντιστοιχούσε σε λιγότερο από 20 γραμμάρια την ημέρα. Ως «επαρκώς υψηλή πρόσληψη» ορίστηκαν τα τουλάχιστον 20 γραμμάρια την ημέρα.

Φρούτα, λαχανικά και όσπρια

Συνολικώς 128 από τους ασθενείς ανέφεραν με ακρίβεια την πρόσληψη φυτικών ινών. Όσοι από αυτούς είχαν «επαρκώς υψηλή πρόσληψη» είχαν την μεγαλύτερη επιβίωση δίχως εξέλιξη της νόσου τους.

Στην πραγματικότητα, κάθε αύξηση της ημερήσιας πρόσληψης φυτικών ινών κατά 5 γραμμάρια συσχετίστηκε με μείωση κατά 30% του κινδύνου να εξελιχθεί το μελάνωμα ή να χάσουν οι ασθενείς τη ζωή τους. Αντιθέτως, τα προβιοτικά φάνηκαν να μειώνουν κάπως την ανταπόκριση στην ανοσοθεραπεία.

«Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι μπορούμε να στοχεύσουμε στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος για να επηρεάσουμε την ικανότητα των ασθενών να ανταποκρίνονται στην ανοσοθεραπεία», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Dr. Giorgio Trinchieri, από το NCI. «Η ακολούθηση μιας διατροφής πλούσιας σε φρούτα, λαχανικά και όσπρια μπορεί να βοηθήσει τους ασθενείς».

Η πρόληψη το καλύτερο φάρμακο

«Τα ευρήματα της μελέτης είναι ελπιδοφόρα. Ωστόσο, σημαντικό ποσοστό περιστατικών μελανώματος θα μπορούσαν να προληφθούν», τόνισε ο κ. Στάμου.

Όπως εξήγησε, η υπερέκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία ενοχοποιείται για τη συντριπτική πλειονότητα των περιστατικών. Και αυτό, παρότι η κληρονομικότητα παίζει ρόλο στην πιθανότητα εμφάνισης του συγκεκριμένου καρκίνου του δέρματος. Υπολογίζεται ότι 10% των ασθενών με μελάνωμα έχουν τουλάχιστον έναν συγγενή πρώτου βαθμού με ιστορικό της νόσου.

Γι’ αυτού τους λόγους, ιδιαιτέρως προσεκτικοί πρέπει να είναι όσοι έχουν:

Οι άνθρωποι που ανήκουν σε αυτές τις ομάδες υψηλού κινδύνου πρέπει να επισκέπτονται τακτικά τον δερματολόγο τους, για να ελέγχει το δέρμα τους.  Υπάρχουν πολλά δερματοσκοπικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα για το μελάνωμα και για άλλους καρκίνους του δέρματος, τα οποία μπορούν να ανιχνευθούν και είναι μη αντιληπτά με γυμνό μάτι.

«Η δερματοσκόπηση είναι μια σύγχρονη και αναίμακτη μέθοδος, που επιτρέπει την πρώιμη διάγνωση των μελαχρωματικών βλαβών τόσο του μελανώματος όσο και των σπίλων που έχουν πολλές πιθανότητες εξαλλαγής», εξήγησε ο κ. Στάμου. «Τα σύγχρονα δερματοσκόπια είναι εξαιρετικά ευαίσθητα. Αυτό το χαρακτηριστικό έχει καθοριστική σημασία για ένα έγκυρο αποτέλεσμα».

Τέλος, σε όσους έχουν μεγάλο αριθμό σπίλων στο σώμα τους, συνιστάται η ολόσωμη χαρτογράφησή τους ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ακριβούς διάγνωσης αλλά και μελλοντικής ψηφιακής σύγκρισης.

Φωτογραφία: iStock