Iatropedia

Λίπος στο συκώτι: Τα φάρμακα για την παχυσαρκία συμβάλλουν στην αντιμετώπισή του

fatty liver disease

Ποιοι παράγοντες ευνοούν την συσσώρευση λίπους στα ηπατοκύτταρα. Γιατί κινδυνεύουν άνθρωποι με φυσιολογικό βάρος.

Οι αγωνιστές GLP-1, τα νέα φάρμακα για την παχυσαρκία και τον διαβήτη, αποκτούν θέση και στην αντιμετώπιση του λιπώδους ήπατος, διευρύνοντας τις θεραπευτικές δυνατότητες για μια νόσο που συχνά εξελίσσεται αθόρυβα.

Οι ενέσιμες θεραπείες ανοίγουν νέες προοπτικές για συγκεκριμένες κατηγορίες ασθενών. Ωστόσο υγιεινή διατροφή, άσκηση και απώλεια βάρους παραμένουν ο θεμέλιος λίθος της αντιμετώπισης, επισημαίνει η κυρία Εριφύλλη Χατζηαγγελάκη,  καθηγήτρια Παθολογίας & Μεταβολικών Νοσημάτων στο ΕΚΠΑ και στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου.

Σε συνέντευξή της στο Πρακτορείο Fm, η κυρία Χατζηαγγελάκη τονίζει πως το λιπώδες ήπαρ μπορεί να παραμένει αδιάγνωστο για χρόνια, διότι δεν προκαλεί πόνο ή άλλα χαρακτηριστικά συμπτώματα.

Ακόμη και οι φυσιολογικές τρανσαμινάσες στο αίμα δεν αποκλείουν την προχωρημένη νόσο, προειδοποιεί. Οι τρανσαμινάσες είναι ένζυμα που μετριώνται στο αίμα και αποτελούν δείκτες της λειτουργίας του ήπατος. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι το ALT (ή SGPT) και το AST (ή SGOT).

Γι’ αυτό τον λόγο, ο απεικονιστικός έλεγχος του ήπατος πρέπει να εντάσσεται στη συνολική αξιολόγηση ανθρώπων με διαβήτη, παχυσαρκία και άλλους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου.

Οι νέες θεραπείες

Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τον διαβήτη και την παχυσαρκία βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και για την αντιμετώπιση της ηπατικής νόσου.

Η σεμαγλουτίδη έχει ήδη εγκριθεί από την Υπηρεσία Τροφίμων & Φαρμάκων (FDA)  στις ΗΠΑ για τους ενήλικες με στεατοηπατίτιδα. Πρόκειται για σοβαρή μορφή της λιπώδους διήθησης του ήπατος. Σχετίζεται σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία και μέτρια έως προχωρημένη ίνωση, αλλά χωρίς να έχει αναπτυχθεί κίρρωση του ήπατος.

Όπως εξηγεί η κυρία Χατζηαγγελάκη, η συγκεκριμένη ένδειξη αφορά την συγκεκριμένη κατηγορία ασθενών. Δεν αποτελεί γενική έγκριση για κάθε περίπτωση απλής συσσώρευσης λίπους στο ήπαρ.

Προσφάτως, εξ άλλου, ανακοινώθηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Διαβήτη (EASD 2026) στο Μιλάνο, μελέτες με ένα καινούργιο ενέσιμο φάρμακο, τη σουρβοτουτίδη. Είναι ένας διπλός αγωνιστής που στοχεύει στον διαβήτη, στην παχυσαρκία αλλά και στη στεάτωση του ήπατος.

«Είναι κάτι που αναμένουμε να πάρει γρήγορα έγκριση, για να το έχουμε και αυτό στη διάθεσή μας», τόνισε η καθηγήτρια.

Η καθηγήτρια υπογραμμίζει ότι η επιλογή φαρμακευτικής αγωγής γίνεται αναλόγως  με την κατάσταση του ασθενούς και προστίθεται, όπου χρειάζεται, στις παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής. Η ανάγκη για αποτελεσματικά φάρμακα συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τη δυσκολία διατήρησης της απώλειας βάρους και των διατροφικών αλλαγών για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Αφορά τους 4 στους 10

Ο σύγχρονος όρος για τη λιπώδη διήθηση του ήπατος είναι στεατωτική νόσος του ήπατος που σχετίζεται με μεταβολική δυσλειτουργία (ή MASLD). Κατ’ αυτήν, εναποτίθεται λίπος στο ήπαρ, το οποίο συνυπάρχει με τουλάχιστον έναν καρδιομεταβολικό παράγοντα κινδύνου, όπως:

Η συχνότητα της νόσου είναι ιδιαιτέρως υψηλή. Υπολογίζεται σε περίπου 38% παγκοσμίως και αυξάνεται ταυτοχρόνως με την παχυσαρκία και τον διαβήτη. Σε ένα ποσοστό ασθενών μπορεί να εξελιχθεί σε στεατοηπατίτιδα, ίνωση (δημιουργία ουλώδους ιστού και κίρρωση). Το γεγονός αυτό καθιστά κρίσιμη την έγκαιρη αναγνώριση όσων κινδυνεύουν περισσότερο.

Το βασικό πρόβλημα, όμως, είναι ότι οι περισσότεροι ασθενείς δεν παρουσιάζουν ειδικά συμπτώματα, ακόμη και όταν υπάρχει σημαντική ίνωση. Γι’ αυτό τον λόγο η απουσία ενοχλήσεων δεν πρέπει να δημιουργεί εφησυχασμό σε ανθρώπους με μεταβολικά νοσήματα.

Νοσούν και άνθρωποι με φυσιολογικό βάρος

Η λιπώδης διήθηση του ήπατος μπορεί να εμφανιστεί και σε ανθρώπους χωρίς παχυσαρκία, διευκρινίζει η καθηγήτρια. Το βάρος από μόνο του δεν αρκεί για να αποκλειστεί η παρουσία της, τονίζει. Και αυτό διότι στην ανάπτυξή της συμμετέχουν:

Ένας αδύνατος άνθρωπος μπορεί λ.χ. να έχει αντίσταση στην ινσουλίνη. Επομένως, η αξιολόγηση χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τη συνολική μεταβολική εικόνα και να μην περιορίζεται στα κιλά που δείχνει η ζυγαριά.

Επιπλέον, η συσχέτιση της λιπώδους διηθήσεως του ήπατος με τον διαβήτη είναι αμφίδρομη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη ευνοεί τη συσσώρευση λίπους στο ήπαρ, ενώ η ηπατική στεάτωση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη.

«Η συχνή συνύπαρξη υπέρτασης, δυσλιπιδαιμίας και παχυσαρκίας καθιστά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο βασική παράμετρο της συνολικής πρόγνωσης», τονίζει η καθηγήτρια.

Γι’ αυτό τον λόγο, η αντιμετώπιση συμπεριλαμβάνει συνολική αξιολόγηση του καρδιομεταβολικού κινδύνου και παρακολούθηση των νοσημάτων που συνυπάρχουν.

Διάγνωση και θεραπεία

Η διερεύνηση περιλαμβάνει εργαστηριακό έλεγχο, υπολογισμό ειδικών δεικτών από τον θεράποντα γιατρό και απεικονιστικές εξετάσεις. Ο υπέρηχος μπορεί να αναδείξει την παρουσία λίπους, ενώ η ελαστογραφία συμβάλλει στην εκτίμηση της σκληρότητας του ήπατος και στην αξιολόγηση της πιθανής ίνωσης. Σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί και βιοψία.

Η κυρία Χατζηαγγελάκη δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην παρακολούθηση ασθενών με διαβήτη, παχυσαρκία, υπέρταση και δυσλιπιδαιμία. Ο τακτικός έλεγχος επιτρέπει στον γιατρό να αξιολογεί την πορεία της νόσου και να αποφασίζει εάν οι αλλαγές στη διατροφή και τη σωματική δραστηριότητα επαρκούν ή χρειάζεται επιπλέον θεραπευτική παρέμβαση.

Παρά τα φάρμακα, η διατροφή και η άσκηση αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο, επισημαίνει η κυρία Χατζιαγγελάκη. Και τονίζει πως η απώλεια πάνω από το 7-10% του αρχικού σωματικού βάρους μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη μείωση της στεάτωσης.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην κατανάλωση αλκοόλ, διότι και αυτό μπορεί να προκαλέσει συσσώρευση λίπους στο ήπαρ. Οι σχετικές οδηγίες πρέπει να εξατομικεύονται με βάση την κατάσταση και τις ανάγκες κάθε ασθενούς.

Στο ερώτημα αν η νόσος μπορεί να υποστραφεί πλήρως, η καθηγήτρια εξηγεί ότι μπορεί να βελτιωθεί σε μεγάλο βαθμό, ιδίως όταν εντοπίζεται στα αρχικά στάδια και ακολουθούνται συστηματικά οι οδηγίες για διατροφή και άσκηση, με προσθήκη φαρμακευτικής αγωγής όπου ενδείκνυται.

«Η έγκαιρη διάγνωση και η σταθερή παρακολούθηση αποτελούν, επομένως, καθοριστικά βήματα για την αντιμετώπισή της», καταλήγει.

Φωτογραφία: istock