Iatropedia

Λιποίδημα: H επώδυνη συσσώρευση λίπους στα πόδια και τα χέρια – Γιατί η διάγνωση είναι δύσκολη

Προκαλεί δυσανάλογη συσσώρευση λίπους, πόνο και εύκολους μώλωπες, κυρίως στις γυναίκες – Δεν υπάρχει ακόμη ειδική εξέταση για τη διάγνωση, ενώ οι επιστήμονες αναζητούν νέους βιολογικούς δείκτες

Για χρόνια, πολλές γυναίκες με λιποίδημα αναζητούσαν εξήγηση για ένα χαρακτηριστικό πρόβλημα: τα πόδια τους παρουσίαζαν δυσανάλογη συσσώρευση λίπους σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα, συχνά μαζί με πόνο, ευαισθησία και εύκολους μώλωπες. Αρκετές θεωρήθηκαν απλώς υπέρβαρες ή έλαβαν διαφορετική διάγνωση.

Κι όμως, το λιποίδημα δεν είναι καινούργια πάθηση. Περιγράφηκε για πρώτη φορά ήδη από τη δεκαετία του 1940. Περισσότερα από 80 χρόνια αργότερα, όμως, η επιστημονική έρευνα γύρω από τη νόσο εξακολουθεί να βρίσκεται σε σχετικά πρώιμο στάδιο.

Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι μπορεί να αφορά έως και 12% των γυναικών, αν και η πραγματική συχνότητά του παραμένει άγνωστη. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εισήγαγε ειδικό κωδικό για το λιποίδημα το 2019 στη διεθνή ταξινόμηση νοσημάτων, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2022.

Λιποίδημα – Πώς ξεχωρίζει από την παχυσαρκία και το λεμφοίδημα

Το λιποίδημα χαρακτηρίζεται από συμμετρική και δυσανάλογη συσσώρευση λιπώδους ιστού κάτω από το δέρμα, κυρίως στα πόδια. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επηρεάζονται επίσης τα χέρια ή το κάτω μέρος του κορμού.

Οι ασθενείς, στη μεγάλη πλειονότητά τους γυναίκες, μπορεί να εμφανίζουν:

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο είναι ότι η κατανομή του λίπους είναι συνήθως συμμετρική και δεν επεκτείνεται στα πέλματα και στα χέρια.

Αυτό βοηθά και στη διάκρισή του από το λεμφοίδημα. Στο λεμφοίδημα το πρήξιμο προκαλείται κυρίως επειδή δεν απομακρύνεται σωστά η λέμφος, το υγρό που κυκλοφορεί στο λεμφικό σύστημα.

Το λιποίδημα μπορεί, ωστόσο, να συνυπάρχει με παχυσαρκία, γεγονός που κάνει τη διάγνωση ακόμη δυσκολότερη.

Γιατί εμφανίζεται το λιποίδημα

Οι επιστήμονες δεν έχουν εντοπίσει μία και μοναδική αιτία. Η πάθηση εμφανίζεται συχνά σε περισσότερα μέλη της ίδιας οικογένειας, στοιχείο που υποδηλώνει πιθανή γενετική προδιάθεση. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει προσδιοριστεί συγκεκριμένο γονίδιο ως αιτία της νόσου.

Παράλληλα, μελέτες στρέφονται στη λειτουργία των αγγείων. Διαταραχές των αγγείων, μεταξύ των οποίων αυξημένη ευθραυστότητα και διαπερατότητα, φαίνεται ότι μπορεί να συμβάλλουν στο χαρακτηριστικό πρήξιμο και στους μώλωπες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πιθανή σχέση με τις ορμόνες. Τα συμπτώματα συχνά εμφανίζονται ή μεταβάλλονται σε περιόδους έντονων ορμονικών αλλαγών, όπως η εφηβεία και η εμμηνόπαυση.

Η Vincenza Cifarelli, επίκουρη καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Saint Louis University, επισημαίνει ότι, παρότι το λιποίδημα θεωρείται προοδευτική πάθηση, δεν επιδεινώνεται απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ασθενείς.

Γιατί η διάγνωση παραμένει δύσκολη

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι ότι δεν υπάρχει σήμερα μία ειδική εξέταση αίματος ή μία απεικονιστική εξέταση που να επιβεβαιώνει από μόνη της το λιποίδημα.

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στην κλινική εξέταση και στον συνδυασμό χαρακτηριστικών, όπως η κατανομή του λίπους, ο πόνος, η ευαισθησία, το πρήξιμο και οι μώλωπες.

Ο Thomas Wright, γιατρός που ασχολείται με ασθενείς με λιποίδημα, επισημαίνει ότι η πάθηση μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την κινητικότητα και την ποιότητα ζωής.

Ακριβώς επειδή η διάγνωση δεν είναι εύκολη, αρκετοί ασθενείς στρέφονται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για πληροφορίες. Οι ειδικοί, ωστόσο, προειδοποιούν ότι μαζί με την αυξανόμενη αναγνωρισιμότητα της νόσου εμφανίζονται και μη τεκμηριωμένες «θεραπείες», από κρέμες έως προϊόντα χωρίς αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα.

Τι μπορεί να γίνει σήμερα

Οριστική θεραπεία για το λιποίδημα δεν υπάρχει σήμερα. Η αντιμετώπιση προσαρμόζεται στα συμπτώματα και στις ανάγκες κάθε ασθενούς.

Μπορεί να περιλαμβάνει σωματική δραστηριότητα, ενδύματα συμπίεσης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διατροφικές παρεμβάσεις. Η επιστημονική τεκμηρίωση για ορισμένες από αυτές τις προσεγγίσεις παραμένει περιορισμένη. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να εξεταστεί και η λιποαναρρόφηση.

Παράλληλα, η έρευνα αναζητά αντικειμενικούς τρόπους διάγνωσης. Η Rachelle Crescenzi, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ακτινολογίας και Ιατρικής Απεικόνισης στο University of Virginia, αναπτύσσει τεχνικές μαγνητικής τομογραφίας για τη μελέτη του νατρίου και της δομής των ιστών.

Η ομάδα της έχει ήδη εντοπίσει διαφορές στα επίπεδα νατρίου και λίπους στα κάτω άκρα γυναικών με λιποίδημα σε σύγκριση με γυναίκες παρόμοιου ΔΜΣ χωρίς τη νόσο. Το ερώτημα τώρα είναι εάν τέτοιες μετρήσεις θα μπορούσαν στο μέλλον να εξελιχθούν σε πιο αξιόπιστο διαγνωστικό εργαλείο.

Οι επιστήμονες τονίζουν, πάντως, ότι το λιποίδημα δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απλή αδυναμία απώλειας βάρους. Πρόκειται για μια πραγματική χρόνια πάθηση, για την οποία πολλά βασικά ερωτήματα σχετικά με τα αίτια, τη διάγνωση και την καλύτερη θεραπεία εξακολουθούν να περιμένουν απαντήσεις.

ΠΗΓΗ: National Geographic

Φωτογραφία: istock