Iatropedia

Κορωνοϊός: Η θεραπεία με πλάσμα βελτιώνει την επιβίωση των ασθενών με σοβαρή νόσο

Τι έδειξε μεγάλη μελέτη του ΕΚΠΑ. Πόσοι ασθενείς ανέρρωσαν με τη θεραπεία αυτή. Σε πόσους παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες.

Ελπίδες για ανάρρωση από τη λοίμωξη που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός, δίνει στους ασθενείς που νοσηλεύονται στο νοσοκομείο η θεραπεία με πλάσμα από αναρρώσαντες. Αυτό είναι το συμπέρασμα μεγάλης μελέτης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), στην οποία εντάχθηκαν άνθρωποι που νοσηλεύονταν με μέτρια έως σοβαρή Covid-19.

Το πλάσμα των ασθενών που έχουν νικήσει τον νέο κορωνοϊό χρησιμοποιείται επειδή μπορεί να είναι πλούσιο σε αντισώματα έναντι του ιού. Όντως, στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιήθηκε πλάσμα με υψηλούς τίτλους αντισωμάτων έναντι του νέου κορωνοϊού.

Η σχετική μελέτη άρχισε τον Απρίλιο του 2020 υπό την αιγίδα του ΕΚΠΑ. Κύριος ερευνητής ήταν ο πρύτανης Θάνος Δημόπουλος. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε πέντε νοσοκομεία της Αθήνας. Στόχος της ήταν να διερευνήσει την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του πλάσματος ιαθέντων στη θεραπεία των ασθενών με σοβαρή μορφή της COVID-19.

Πρόσφατα αναλύθηκαν τα δεδομένα από τους πρώτους 60 από τους συνολικώς 100 ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη. Τα αποτελέσματα δημοσιεύονται στην διεθνή ιατρική επιθεώρηση Microorganisms.

Οι καθηγητές του ΕΚΠΑ Βασιλική Παππά, Ευάγγελος Τέρπος, Μαριάννα Πολίτου και Θάνος Δημόπουλος συνοψίζουν τα σημαντικότερα ευρήματα της μελέτης.

Πως έγινε η θεραπεία

Από κάθε εθελοντή ο οποίος είχε ξεπεράσει πλήρως τη λοίμωξη που προκαλεί ο κορωνοϊός και είχε πολλά αντισώματα, αφαιρέθηκε όγκος πλάσματος 600 ml, με τη μέθοδο της πλασμαφαίρεσης.

Το πλάσμα χορηγήθηκε σε ασθενείς με COVID-19 που είχαν αναπνευστικά προβλήματα και νοσηλεύονταν επειδή χρειάζονταν οξυγόνο. Μερικοί ασθενείς ήσαν διασωληνωμένοι. Στους ασθενείς χορηγήθηκαν τρεις δόσεις πλάσματος όγκου 200-233 ml, με μεσοδιαστήματα μίας ημέρας μεταξύ των εγχύσεων. Παράλληλα λάμβαναν και την καθιερωμένη υποστηρικτική αγωγή.

Τα αποτελέσματα

Έπειτα από 28,5 ημέρες κατά μέσον όρο, οι 56 από τους 60 ασθενείς (ποσοστό 93%) είχαν αναρρώσει πλήρως και πήραν εξιτήριο από το νοσοκομείο. Από τους υπόλοιπους, οι 3 έχασαν τη ζωή τους και ο ένας εξακολουθούσε να νοσηλεύεται στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας.

Η σύγκριση των ασθενών που έλαβαν πλάσμα, με ομάδα ασθενών που ελάμβαναν την ίδια υποστηρικτική αγωγή χωρίς πλάσμα (ομάδα ελέγχου), έδειξε ότι  η θνητότητα των ασθενών που έλαβαν πλάσμα ήταν σημαντικά μικρότερη. Ειδικότερα ήταν 3,4% σε σύγκριση με 13,6% στην ομάδα ελέγχου.

Συνολικά, οι ασθενείς που έλαβαν πλάσμα ιαθέντων είχαν:

Επιπλέον, στους ασθενείς που έλαβαν πλάσμα παρατηρήθηκε την επόμενη ημέρα από την χορήγηση πλάσματος, σημαντική αύξηση του τίτλου αντισωμάτων στο αίμα τους. Η αύξηση αυτή συσχετίσθηκε με την εξωγενή χορήγηση αντισωμάτων από το πλάσμα ιαθέντων.

Ο ρόλος των υψηλών τίτλων αντισωμάτων

Μία αξιοσημείωτη παρατήρηση της μελέτης ήταν ότι οι υψηλοί τίτλοι αντισωμάτων στο πλάσμα που χορηγήθηκε, συσχετίσθηκαν με σημαντικά καλύτερη επιβίωση των ασθενών. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την ορθότητα πρόσφατης οδηγίας της Υπηρεσίας Τροφίμων & Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ, που συνέστησε να χρησιμοποιείται μόνο πλάσμα αναρρωσάντων με υψηλούς τίτλους αντισωμάτων.

Η μελέτη έδειξε ακόμα ότι η χορήγηση πλάσματος είναι ασφαλής. Μόνο ένας από τους 60 ασθενείς παρουσίασε ανεπιθύμητη ενέργεια. Ειδικότερα, είχε δύσπνοια και μείωση του οξυγόνου που δεν μπορούσε με ασφάλεια να αποδοθεί στο πλάσμα. Το ανεπιθύμητο αυτό συμβάν υποχώρησε πλήρως με την κατάλληλη συντηρητική αγωγή.

«Συμπερασματικά, η πρώιμη χορήγηση πλάσματος από αναρρώσαντες ασθενείς έχει σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση της επιβίωσης και την αυξημένη πιθανότητα αποσωλήνωσης σε ασθενείς με COVID-19. Πρέπει να επιλέγεται για χορήγηση πλάσμα που περιέχει αντισώματα σε υψηλούς τίτλους», σημειώνουν οι καθηγητές.

Οι επιστήμονες που συμμετείχαν

Ο προσδιορισμός των αντισωμάτων για τις ανάγκες της μελέτης έγινε:

Η κατάψυξη και διαφύλαξη του πλάσματος έγινε στο Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας (Υπεύθυνος ο επιστημονικός διευθυντής Κώστας Σταμούλης). Το Κέντρο είχε αναλάβει και την ευθύνη της διανομής του πλάσματος στα νοσοκομεία που συμμετείχαν στη μελέτη.

Τα νοσοκομεία και ερευνητικά κέντρα που συμμετείχαν στη μελέτη ήταν: