Iatropedia

Κορωνοϊός: Ένα κοινό αποχρεμπτικό φάρμακο μπορεί να μειώνει τις επιπλοκές

Ιταλοί επιστήμονες ενέταξαν το φάρμακο ως συμπληρωματική (επικουρική) θεραπεία στις κατευθυντήριες οδηγίες τους για την αντιμετώπιση των ασθενών στο σπίτι. Ωστόσο οι ασθενείς πρέπει πρώτα να συμβουλεύονται τον γιατρό τους. Ποιες είναι οι αντενδείξεις του.

Ένα παλιό, φθηνό και δοκιμασμένο φάρμακο που χορηγείται ως αποχρεμπτικό σε περίπτωση βρογχίτιδας, μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση των επιπλοκών της λοίμωξης που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός, σύμφωνα με ειδικούς από την Ιταλία. Το φάρμακο περιέχει ως δραστική ουσία την Ν-ακετυλοκυστεΐνη (NAC) και ήδη έχει ενταχθεί από τους γιατρούς σε θεραπευτικά πρωτόκολλα.

Όπως ανακοίνωσε η ιταλική φαρμακευτική εταιρεία Zambon που το παράγει, μελέτες έχουν δείξει ότι η ουσία αυτή βελτιώνει την κλινική πορεία των ασθενών χάρη στην αντιοξειδωτική δράση της, η οποία μπορεί να ρυθμίσει τη φλεγμονώδη αντίδραση του οργανισμού που σχετίζεται με την πνευμονία.

Τα δυνητικά οφέλη του φαρμάκου συζητήθηκαν το περασμένο φθινόπωρο στο 30ο Ετήσιο Συνέδριο της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας (ERS). Σε εξέλιξη, εξ άλλου, βρίσκονται δύο μεγάλες κλινικές μελέτες με αυτό, μία στην Ιταλία και μία στην Βραζιλία.

Ήδη, όμως, εντάχθηκε στις πρώτες κοινές κατευθυντήριες οδηγίες που εξέδωσαν προσφάτως τρεις ιταλικές επιστημονικές εταιρείες. Οι εταιρείες αυτές είναι:

Όπως αναφέρεται στις οδηγίες, η Ν-ακετυλοκυστεΐνη μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματική (επικουρική) θεραπεία για τους ασθενείς που νοσηλεύονται στο σπίτι. «Στη διάρκεια της πανδημίας η ουσία έχει ενταχθεί σε αρκετά θεραπευτικά πρωτόκολλα, τόσο σε ασθενείς με COVID-19 και επιβεβαιωμένη ή ύποπτη βακτηριακή επιπλοκή, όσο και με ιογενή πνευμονία με βρογχικά εκκρίματα», σημειώνουν οι τρεις επιστημονικοί φορείς.

Προκαταρκτικά ευρήματα

«Οι ειδικές μελέτες για την αποτελεσματικότητα που έχει η N-ακετυλοκυστεΐνη κατά της πνευμονίας που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός, βρίσκονται ακόμα υπό εξέλιξη. Ωστόσο, έχουν δημοσιευθεί πολλά περιστατικά που συνηγορούν υπέρ της χρήσης της», δήλωσε στον ιταλικό Τύπο ο καθηγητής Adriano Vaghi, πρόεδρος της AIPO. «Επιπλέον, τα προκαταρκτικά ευρήματα μελετών για το σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας (ARDS) έχουν δείξει ότι η ουσία NAC μπορεί να βοηθήσει, μειώνοντας ακόμα και την ανάγκη για υποστήριξη της αναπνοής».

Όπως εξήγησε, το σύνδρομο αυτό έχει πολλές ομοιότητες με την προχωρημένη μορφή της πνευμονίας που προκαλεί ο κορωνοϊός. Επομένως «η πιθανότητα αποφυγής της επιδείνωσης της πνευμονίας, μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμη στην παρούσα χρονική συγκυρία», πρόσθεσε.

Ο Dr. Vaghi είπε ακόμα ότι η μόλυνση από τον νέο κορωνοϊό προκαλεί σε ορισμένους ασθενείς οξειδωτικό στρες. Προκαλεί επίσης μια υπερβολική αντίδραση του ανοσοποιητικού που είναι γνωστή ως καταιγίδα των κυτταροκινών. Οι αντιδράσεις αυτές παρεμποδίζουν την ανάρρωση και ανοίγουν τον δρόμο για σοβαρές επιπλοκές.

Η Ν-ακετυλοκυστεΐνη όμως ασκεί ισχυρή αντιοξειδωτική δράση, διεγείροντας την παραγωγή της γλουταθειόνης. Η γλουταθειόνη είναι ένα σημαντικό αντιοξειδωτικό ένζυμο. Η έλλειψή της ενεργοποιεί μια χημική αλληλουχία που επιδεινώνει τις πνευμονικές βλάβες. «Η χορήγηση της Ν-ακετυλοκυστεΐνης νωρίς στην πορεία της νόσου COVID-19, ενδέχεται να αποκαθιστά την ισορροπία αυτού του ενζύμου και να αποτρέπει τις περαιτέρω πνευμονικές βλάβες», είπε ο Dr. Vaghi.

Οι ασθενείς με αναπνευστικά προβλήματα

Την ίδια γνώμη έχουν και άλλοι ειδικοί, ιδίως για τους ασθενείς με COVID-19 που ήδη πάσχουν από νοσήματα των πνευμόνων.

«Η πρώιμη λήψη της N-ακετυλοκυστεΐνης από τους ασθενείς με COVID-19 ενδέχεται να δρα προστατευτικά στον οργανισμό. Μπορεί να μειώνει ακόμα και τον κίνδυνο παρόξυνσης ορισμένων πνευμονοπαθειών, όπως η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια», είπε στο συνέδριο της ERS ο Dr. Alberto Papi, καθηγητής Πνευμονολογίας στο Πανεπιστήμιο της Φεράρα, στην Ιταλία.

Ανάλογη άποψη εξέφρασε και ο καθηγητής Joan Β. Soriano, από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο La Princesa και το Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, στην Ισπανία. Και πρόσθεσε πως ένα από τα πλεονεκτήματα του φαρμάκου είναι ότι διαθέτει εξαιρετικό προφίλ ασφαλείας. «Η Ν-ακετυλοκυστεΐνη αντιπροσωπεύει ένα ασφαλές και αποτελεσματικό συμπλήρωμα στην αγωγή που δίνουμε στους ασθενείς», τόνισε.

Οι μελέτες που βρίσκονται υπό εξέλιξη εξετάζουν αυτές ακριβώς τις δράσεις. Ήδη, όμως, άλλες μελέτες που αφορούσαν την βακτηριακή πνευμονία έδειξαν ότι η λήψη της NAC, συμπληρωματικά στην ενδεδειγμένη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να βελτιώσει την κλινική πορεία των ασθενών.

«Τα δεδομένα αυτά δεν σημαίνουν ότι το φάρμακο επιφέρει ίαση της νόσου COVID-19. Υποδηλώνουν ότι χάρη στην αντιοξειδωτική δράση του και την ένδειξή του σε περιπτώσεις πνευμονικής κατάρρευσης και πνευμονίας, είναι ένας σημαντικός σύμμαχος στην πρόληψη και αντιμετώπιση των επιπλοκών που προκαλεί αυτή η νόσος», τόνισε ο Dr. Hélio Osmo, Ιατρικός Διευθυντής της Zambon Brazil και Πρόεδρος της Βραζιλιάνικης Εταιρείας Φαρμακευτικής Ιατρικής (Associação Brasileira de Medicina Farmacêutica,  SBMF). «Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να λαμβάνεται συμπληρωματικά και φυσικά μόνο μετά τη σύμφωνη γνώμη του θεράποντα ιατρού του ασθενούς».

Που χρησιμοποιείται η Ν-ακετυλοκυστεΐνη

Όπως αναφέρουν οι ειδικοί, η ουσία NAC εισήχθη τη δεκαετία του 1960 ως βλεννολυτικός παράγοντας για τις χρόνιες πνευμονοπάθειες. Σήμερα, χρησιμοποιείται ευρέως ως μη συνταγογραφούμενο αποχρεμπτικό. Ωστόσο έχει και ενδονοσοκομειακή χρήση, καθώς έχει διαπιστωθεί πως δρα ως αντίδοτο στην υπερδοσολογία παρακεταμόλης. Μάλιστα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας την έχει εντάξει στον Πρότυπο Κατάλογο Βασικών Φαρμάκων που πρέπει να υπάρχουν σε κάθε σύστημα Υγείας.

Στη χώρα μας, η ακετυλοκυστεΐνη είναι εγκεκριμένη, μεταξύ άλλων, και για τις δύο αυτές χρήσεις. Ειδικότερα, για:

Ωστόσο το φάρμακο έχει και αντενδείξεις. Δεν πρέπει να λαμβάνεται από άτομα με πεπτικό έλκος, ούτε μαζί με αντιβηχικά φάρμακα. Δεν πρέπει επίσης να λαμβάνεται από τις εγκύους ούτε από τις γυναίκες που θηλάζουν τα μωρά τους. Το ίδιο ισχύει και για άλλες ομάδες ασθενών, όπως οι πάσχοντες από παροξυσμούς σοβαρού άσθματος, τα άτομα με αλλεργία στην ακετυλοκυστεΐνη κ.λπ.