Για δεκαετίες, ο προληπτικός έλεγχος για τον καρκίνο του μαστού βασιζόταν κυρίως σε μία απλή λογική: όλες οι γυναίκες μιας συγκεκριμένης ηλικίας ακολουθούν λίγο-πολύ το ίδιο πρόγραμμα μαστογραφιών. Η προσέγγιση αυτή είχε το πλεονέκτημα της απλότητας, όμως η σύγχρονη ιατρική γνωρίζει πλέον ότι ο κίνδυνος για καρκίνο του μαστού δεν είναι ίδιος για όλες.
Κάθε γυναίκα έχει το δικό της βιολογικό και κληρονομικό προφίλ, διαφορετική πυκνότητα μαστού, διαφορετικό οικογενειακό ιστορικό και διαφορετικούς γενετικούς παράγοντες. Με αυτή τη λογική, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: μήπως ο έλεγχος πρέπει να είναι πιο εξατομικευμένος;
Σε αυτό ακριβώς το ερώτημα επιχείρησε να απαντήσει η μεγάλη αμερικανική κλινική μελέτη WISDOM (Women Informed to Screen Depending on Measures of Risk), τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύθηκαν στο έγκριτο περιοδικό JAMA.
Πώς έγινε η μελέτη
Η μελέτη συνέκρινε δύο διαφορετικές στρατηγικές πρόληψης: από τη μία τον κλασικό ετήσιο μαστογραφικό έλεγχο και από την άλλη έναν έλεγχο «με βάση τον κίνδυνο», δηλαδή ένα πρόγραμμα που προσαρμόζεται στο ατομικό προφίλ κάθε γυναίκας.
Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τα κυριότερα σημεία της μελέτης και αναφέρουν ότι στη μελέτη συμμετείχαν περισσότερες από 28.000 γυναίκες ηλικίας 40 έως 74 ετών από όλες τις πολιτείες των ΗΠΑ, χωρίς προηγούμενη διάγνωση καρκίνου του μαστού.
Οι συμμετέχουσες χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες:
- η μία ακολούθησε ετήσιο έλεγχο,
- ενώ η άλλη έλαβε εξατομικευμένες οδηγίες ανάλογα με τον προσωπικό της κίνδυνο.
Για να υπολογιστεί αυτός ο κίνδυνος, οι ερευνητές δεν στηρίχθηκαν μόνο στο οικογενειακό ιστορικό, αλλά χρησιμοποίησαν ένα σύνθετο μοντέλο που περιλάμβανε γενετικό έλεγχο για εννέα γονίδια αυξημένης ευαισθησίας, πολυγονιδιακό σκορ κινδύνου και κλασικούς κλινικούς παράγοντες.
Δείτε επίσης: Ο καρκίνος του μαστού σε άνοδο παγκοσμίως – Ανάγκη για αποτελεσματικές παρεμβάσεις
Με βάση αυτά τα στοιχεία, οι γυναίκες κατατάχθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες.
1) Όσες είχαν τον υψηλότερο κίνδυνο έκαναν έλεγχο κάθε έξι μήνες, εναλλάσσοντας μαστογραφία και μαγνητική μαστών, ενώ παράλληλα λάμβαναν συμβουλευτική για μείωση του κινδύνου.
2) Οι γυναίκες με αυξημένο αλλά όχι τον υψηλότερο κίνδυνο συνέχισαν με ετήσια μαστογραφία.
3) Εκείνες με μέσο κίνδυνο έκαναν μαστογραφία ανά διετία.
4) Οι γυναίκες χαμηλού κινδύνου ηλικίας 40 έως 49 ετών μπορούσαν να καθυστερήσουν τον έλεγχο μέχρι να αυξηθεί ο κίνδυνός τους ή να φτάσουν στην ηλικία των 50 ετών.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ιδιαίτερα σημαντικό: ο εξατομικευμένος έλεγχος αποδείχθηκε εξίσου ασφαλής με τον ετήσιο έλεγχο ως προς την πιθανότητα να διαγνωστούν πιο προχωρημένοι καρκίνοι. Με απλά λόγια, η προσαρμογή του screening στον ατομικό κίνδυνο δεν οδήγησε σε περισσότερες καθυστερημένες διαγνώσεις. Αντίθετα, στις γυναίκες που ανήκαν στην ομάδα πολύ υψηλού κινδύνου και παρακολουθούνταν στενότερα, δεν καταγράφηκαν καρκίνοι σε πιο προχωρημένο στάδιο της νόσου.
Αυτό είναι ένα πολύ ενθαρρυντικό εύρημα, γιατί δείχνει ότι οι γυναίκες που κινδυνεύουν περισσότερο μπορούν να ωφεληθούν από πιο εντατική παρακολούθηση.
Παράλληλα, η μελέτη έδειξε ότι ο αριθμός των μαστογραφιών ήταν συνολικά μικρότερος στην ομάδα του εξατομικευμένου ελέγχου. Αυτό σημαίνει ότι αρκετές γυναίκες χαμηλού ή μέσου κινδύνου απέφυγαν εξετάσεις που ίσως δεν τους πρόσφεραν ουσιαστικό πρόσθετο όφελος. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, αυτή η διαπίστωση είναι σημαντική: ένας πιο στοχευμένος έλεγχος μπορεί να κατανείμει καλύτερα τους πόρους, δίνοντας μεγαλύτερη προσοχή σε όσες τον χρειάζονται περισσότερο.
Ωστόσο, η μελέτη δεν επιβεβαίωσε όλες τις προσδοκίες. Ένας από τους στόχους των ερευνητών ήταν να διαπιστώσουν αν ο εξατομικευμένος έλεγχος θα μείωνε και τις βιοψίες, δηλαδή τις επεμβατικές διαδικασίες που συχνά ακολουθούν ύποπτα ευρήματα αλλά τελικά αποδεικνύονται καλοήθη. Στα αποτελέσματα αυτά δεν παρατηρήθηκε συνολική μείωση των βιοψιών. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο ότι πολλές γυναίκες —και αρκετοί γιατροί— παρέμειναν επιφυλακτικοί απέναντι στη λιγότερο συχνή παρακολούθηση και προτίμησαν να συνεχίσουν να ελέγχονται πιο συχνά από όσο προέβλεπε το πρωτόκολλο. Με άλλα λόγια, η ιατρική κουλτούρα του «καλύτερα πιο συχνά» εξακολουθεί να επηρεάζει την πράξη.
Δείτε επίσης: Καρκίνος του μαστού: Η θνησιμότητα στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 20% – Διαφορές με τις ευρωπαϊκές χώρες
Ένα ακόμη πολύ ενδιαφέρον στοιχείο ήταν η αποδοχή αυτής της νέας προσέγγισης από τις ίδιες τις γυναίκες. Στην παρατηρητική ομάδα της μελέτης, όπου οι συμμετέχουσες μπορούσαν να επιλέξουν μόνες τους το είδος του ελέγχου που προτιμούσαν, σχεδόν 9 στις 10 επέλεξαν την προσέγγιση με βάση τον κίνδυνο. Αυτό δείχνει ότι, όταν οι γυναίκες ενημερώνονται σωστά και κατανοούν ότι ο έλεγχος μπορεί να προσαρμόζεται στα δικά τους χαρακτηριστικά, είναι ανοιχτές σε πιο σύγχρονες και εξατομικευμένες λύσεις.
Η μελέτη ανέδειξε επίσης τη σημασία της γενετικής πληροφορίας στην πρόληψη. Ένα αξιοσημείωτο ποσοστό γυναικών που βρέθηκαν να έχουν γονιδιακές μεταλλάξεις υψηλού κινδύνου δεν είχαν σημαντικό οικογενειακό ιστορικό. Αυτό σημαίνει ότι αν βασιζόμαστε μόνο στο οικογενειακό ιστορικό, μπορεί να χάνουμε γυναίκες που χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση ή προληπτικές παρεμβάσεις.
Επιπλέον, στις γυναίκες υψηλού κινδύνου αυξήθηκε η χρήση προληπτικών στρατηγικών, όπως η φαρμακευτική πρόληψη, κάτι που αποτελεί ένα πρόσθετο όφελος της εξατομικευμένης προσέγγισης.
Η μελέτη WISDOM προτείνει ότι η πρόληψη ίσως δεν χρειάζεται να ακολουθεί τη λογική «μία λύση για όλες», αλλά να προσαρμόζεται στις πραγματικές ανάγκες κάθε γυναίκας.
Φωτογραφία iStock