Iatropedia

Γιατί ο ιός των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) επηρεάζει τη γονιμότητα

Σημαντική συσχέτιση μεταξύ της μόλυνσης από τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) και της γονιμότητας, τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες, αποκαλύπτουν οι επιστημονικές έρευνες.

Η παρουσία του ιού HPV στον οργανισμό μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα και των δύο φύλων, καθιστώντας τη σύλληψη και τη διατήρηση της εγκυμοσύνης δυσκολότερη. Το ίδιο συμβαίνει και στα ζευγάρια που έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Η έρευνα δείχνει ότι οι γυναίκες που είναι θετικές στον ιό HPV μπορεί να έχουν περισσότερες δυσκολίες να συλλάβουν και να αποφύγουν την αποβολή, χρησιμοποιώντας ενδομήτρια σπερματέγχυση (IUI) ή γονιμοποίηση in vitro (IVF), από ότι τα HPV αρνητικά ζευγάρια.

«Ο HPV είναι ένας από τους συνηθέστερους σεξουαλικά μεταδιδόμενους ιούς παγκοσμίως, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι ο μοναδικός τρόπος εξάπλωσής του. Μερικές δεκαετίες πριν, θεωρείτο ότι είναι ένας μόνο τύπος, που προκαλεί κονδυλώματα σε διαφορετικές περιοχές του σώματος. Με την έλευση της τεχνολογίας του ανασυνδυασμένου DNA, ωστόσο, ανακαλύφθηκε ότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι HPV», μας εξηγεί ο χειρουργός γυναικολόγος ογκολόγος – μαιευτήρας και εξειδικευμένος στην ορμονική αποκατάσταση με βιομιμητικές ορμόνες –Δρ. Κυριάκος Τίγκας και προσθέτει:

«Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 200 διαφορετικοί τύποι ιών HPV. Εξ αυτών άλλοι είναι χαμηλού και άλλοι υψηλού κινδύνου για εμφάνιση επιπλοκών και για ογκογένεση. Οι πλέον επικίνδυνοι είναι οι HPV 16 και HPV 18, αφού αποτελούν την κύρια αιτία καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Εκτός, όμως, από τον ρόλο του στην ανάπτυξη καρκίνου, η λοίμωξη από τον συγκεκριμένο ιό μπορεί να έχει αντίκτυπο και στην ανθρώπινη αναπαραγωγική υγεία. Ολοένα και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι ιοί HPV μπορούν να επηρεάσουν τη γονιμότητα και να μεταβάλουν την αποτελεσματικότητα των τεχνολογιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής».

Πώς επηρεάζει ο ιός HPV την αναπαραγωγική ικανότητα ανδρών-γυναικών

Όπως μας εξηγεί περαιτέρω, τα υπογόνιμα ζευγάρια ξεπερνούν το 20% περίπου εκείνων που επιθυμούν και επιδιώκουν να αποκτήσουν απογόνους. Εκτός από τους γνωστούς αρνητικούς παράγοντες που σχετίζονται με την αναπαραγωγική λειτουργία, δηλαδή τις ορμονικές ανισορροπίες, τον τρόπο ζωής και τους ψυχολογικούς παράγοντες, υπάρχουν και άλλοι που επηρεάζουν τη γονιμότητα των ανδρών και των γυναικών, όπως είναι η προσβολή από μικροοργανισμούς. Συγκεκριμένα ο ιός HPV μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος, καθώς η μόλυνσή του μειώνει τον αριθμό των φυσιολογικού σχήματος κυττάρων και αυξάνει τα επίπεδα των αντισπερμικών αντισωμάτων αλλά και τον κατακερματισμό του DNA του. Έχει καταδειχθεί δε ότι τα στελέχη 6, 11, 16, 18, 31 και 33 μπορούν να μεταβάλλουν την κινητικότητα του σπέρματος.

Το ίδιο αρνητικές επιπτώσεις έχει η μόλυνση από τον HPV και στις γυναίκες, καθώς ο ιός μπορεί να επηρεάσει την τροφοβλαστική ανάπτυξη, να μειώσει την ενδομήτρια εμφύτευση των τροφοβλαστικών κυττάρων και να προκαλέσει πρόωρη ρήξη της μεμβράνης, αυξάνοντας τις πιθανότητες αποβολών. Μελέτες έχουν δείξει ότι DNA-HPV βρίσκεται περισσότερο στις αποβολές παρά στις αμβλώσεις, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι ο ιός μπορεί να επιφέρει την απώλεια της εγκυμοσύνης. Η μόλυνση από τον ιό έχει, επίσης, συσχετιστεί με την πρόκληση γενετικών ανωμαλιών, καθώς και με θάνατο του εμβρύου. Ωστόσο, αυτοί οι κίνδυνοι εξαρτώνται από τον τύπο του HPV που έχει προσβάλει το άτομο. Περαιτέρω και συνεχείς μελέτες, θα μας δώσουν και νέα δεδομένα.

Πώς ο ιός HPV επηρεάζει την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή

Πέραν, όμως, από τη φυσική γονιμότητα, ο ιός μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των τεχνολογιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής. Από τα ευρήματα μιας μελέτης έχει διεξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι γυναίκες με HPV που προσπαθούσαν να συλλάβουν με μεθόδους γονιμοποίησης in vitro (IVF), είχαν χαμηλότερο ποσοστό εγκυμοσύνης (23,5%) σε σύγκριση με τις γυναίκες χωρίς τη λοίμωξη (57%). Οι ειδικοί πιστεύουν ότι υπάρχει, ασαφής προς το παρόν, συσχετισμός μεταξύ ύπαρξης του ιού στον οργανισμό και αποτυχίας της εξωσωματικής γονιμοποίησης.

Η αποφυγή της λοίμωξης από τον HPV αποτελεί την μόνη προστασία έναντι του ιού και των αρνητικών επιπτώσεών του. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι μείωσης της πιθανότητας προσβολής απ’ αυτόν. Η χρήση προφυλακτικών ελαττώνει τον κίνδυνο, όχι όμως 100%, καθώς ο ιός μπορεί να επηρεάσει περιοχές που δεν καλύπτονται από αυτό. Τα εμβόλια είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά και παρέχουν σχεδόν απόλυτη προστασία έναντι πολλών τύπων HPV και κονδυλωμάτων των γεννητικών οργάνων, αλλά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Τα μέχρι σήμερα στοιχεία δείχνουν ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τη γονιμότητα των έφηβων που εμβολιάζονται. Όσον αφορά δε στα άτομα που έχουν ήδη μολυνθεί, φαίνεται ότι υπάρχει θετική σχέση μεταξύ εμβολιασμού και υψηλότερων ποσοστών εγκυμοσύνης και χαμηλότερων ποσοστών αποβολής.

Όπως σημειώνει ο Δρ. Τίγκας, ενώ η πλειονότητα των ατόμων με λοίμωξη HPV θα καταστείλουν τον ιό στο σώμα τους μέσα σε δύο έτη, το 10%-20% θα αποτύχουν να το πράξουν. Η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπισή του σ’ αυτήν την ομάδα μπορεί να περιορίσει, αν όχι να αναστρέψει, τις βλάβες που προκαλούνται από τον ιό. Δεδομένου ότι οι γυναίκες με επίμονες φλεγμονές από ογκογόνους τύπους HPV βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο για καρκινογένεση σε σχέση με τις αντίστοιχες γυναίκες στις οποίες ο ιός έχει κατασταλεί από το ανοσοποιητικό τους, είναι ύψιστης σημασίας η ενίσχυση του ανοσοποιητικού συστήματος του οργανισμού και ο επανέλεγχος σε τακτά χρονικά διαστήματα.

«Ο πλέον σύγχρονος τρόπος εξέτασης και παρακολούθησης είναι ο συνδυασμός ενός Thin Prep pap-test τύπου υγρής κυτταρολογίας και μιας Ψηφιακής Κολποσκόπησης DySIS, μέσω της οποίας υπάρχει δυνατότητα εντοπισμού βλαβών σε τόσο αρχικό στάδιο που θα καταστούν ανιχνεύσιμες από άλλα μηχανήματα ακόμα και μετά από μήνες. Για την ενίσχυση του ανοσοποιητικού υπάρχουν εξειδικευμένα και εξατομικευμένα πρωτόκολλα θεραπείας. Συστήνεται δε η προσκόλληση σε έναν υγιεινό τρόπο διατροφής και ζωής, που περιλαμβάνει τη διακοπή του καπνίσματος, τις επαρκείς και ποιοτικές ώρες ύπνου, την προστασία του οργανισμού από το στρες και τη θεμελιώδη ορμονική αποκατάσταση», καταλήγει ο Δρ. Κυριάκος Τίγκας.