Iatropedia

Φροντιστές: Το αόρατο βάρος των ανθρώπων που φροντίζουν έναν δικό τους άνθρωπο

Elderly care old and young

Όταν η φροντίδα γίνεται ολόκληρη η ζωή σου.

Γράφει: Μαρία Καλίνογλου, Κοινωνική Λειτουργός, MSc Διοίκησης Μονάδων Υγείας
Prof. Diploma Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού

«Στην αρχή χρειαζόταν μόνο να πηγαίνουμε στον γιατρό παρέα». Μετά ήρθαν τα φάρμακα. Οι αλλαγές. Η αξιολόγηση των συμπτωμάτων. Τα ραντεβού. Οι εξετάσεις. Τα τηλεφωνήματα. Η επικοινωνία με τους γιατρούς και τους θεραπευτές. Οι υπηρεσίες. Τα οικονομικά. Οι μετακινήσεις. Και κάπου στην πορεία, ένας άνθρωπος βρίσκεται να είναι υπεύθυνος για όλα τα ζητήματα κάποιου άλλου ανθρώπου.

Οι επίσημοι φροντιστές είναι συνήθως εκπαιδευμένοι επαγγελματίες, οι οποίοι πληρώνονται για να παρέχουν φροντίδα σε κάποιον ασθενή. Αντίθετα, οι άτυποι φροντιστές είναι οι άνθρωποι που φροντίζουν γονείς, παιδιά, συγγενείς, σύντροφο, φίλο ή άνθρωπο του κοντινού τους περιβάλλοντος, που πάσχει από κάποια χρόνια νόσο ή αναπηρία, χωρίς πληρωμή (NCI, 2025).

Είναι εκείνοι που χωρίς να έχουν επιλέξει συνειδητά αυτόν το ρόλο, βρίσκονται να αναλαμβάνουν την καθημερινότητα ενός άλλου ατόμου. Αυτό που ξεκινάει με μία απλή σκέψη…«Άσε θα το αναλάβω εγώ», σταδιακά μετατρέπεται σε έναν ρόλο που απαιτεί χρόνο, γνώσεις, σωματική και συναισθηματική αντοχή, οικονομικούς πόρους και συνεχή διαθεσιμότητα.

Και τότε προκύπτει ένα ερώτημα που χρειάζεται να συζητήσουμε: Ποιος φροντίζει τον άνθρωπο που φροντίζει;

Φροντιστές: Δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε

Όταν μιλάμε για φροντίδα, συχνά σκεφτόμαστε τις πρακτικές ανάγκες. Συνήθως αναφερόμαστε στις συχνές επισκέψεις στο σπίτι, στην αγορά και στην παρασκευή φαγητού,στο μπάνιο,στο ντύσιμο, στην καθαριότητα του σπιτιού, στην μετακίνηση και γενικά στην παροχή βοήθειας στις καθημερινές δραστηριότητες.

Υπάρχει όμως και ένα άλλο επίπεδο φροντίδας, εξίσου σημαντικό. Ο άτυπος φροντιστής μπορεί να αναλαμβάνει κάποια ή και όλα μαζί:

Εν ολίγοις, ο φροντιστής δεν φροντίζει μόνο έναν άνθρωπο. Συχνά καλείται να διαχειριστεί ένα ολόκληρο σύστημα γύρω από τον άνθρωπο που φροντίζει.

Και τελικά ποιος αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο;

Το να αγαπάς και να νοιάζεσαι έναν άνθρωπο δεν σημαίνει απαραίτητα ότι γνωρίζεις πώς να τον φροντίσεις. Κανείς δεν γεννιέται γνωρίζοντας πώς λειτουργεί ένα σύστημα υγείας ή κοινωνικής φροντίδας. Κανείς δεν γνωρίζει ποια υπηρεσία χρειάζεται, πού πρέπει να απευθυνθεί, τι δικαιούται ο άνθρωπος που φροντίζει ή πότε μια κατάσταση ξεπερνά τις δικές του δυνατότητες. Κανείς δεν γνωρίζει πως γίνεται μια αλλαγή, μία μέτρηση, μια ένεση ή πότε μια κατάσταση είναι επείγουσα και χρήζει εξειδικευμένης φροντίδας.

Κι όμως, τις περισσότερες φορές περιμένουμε από τον άτυπο φροντιστή να τα γνωρίζει όλα. Περιμένουμε να ξέρει να ελέγχει τα συμπτώματα και να τα αξιολογεί, να θυμάται, να οργανώνει, να αποφασίζει, να αντέχει και προπαντός να μην λυγίζει.

Σύμφωνα με την βιβλιογραφία, υπάρχουν διάφοροι λόγοι που μπορεί να γίνει κάποιος άτυπος φροντιστής. Οι Patterson et al. (2025) διαπιστώνουν ότι οι περισσότεροι φροντιστές ανταποκρίνονται στις άμεσες ανάγκες χωρίς να έχουν σκεφτεί από πριν ότι θέλουν να γίνουν φροντιστές. Χαρακτηριστικά στην ίδια έρευνα, αναφέρεται το παράδειγμα ενός άτυπου φροντιστή, ο οποίος λόγω της έλλειψης διαφορετικών επιλογών ένιωσε ηθικά και αξιακά δεσμευμένος να αναλάβει την φροντίδα ενός άλλου ανθρώπου.

Τα ευρήματα της έρευνας των Zarzycki et al. (2022) ανέδειξαν ότι τα κίνητρα των άτυπων φροντιστών επηρεάζονται από πολιτισμικές αξίες, θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις. Επιπλέον διαπίστωσαν ότι για κάποιους η παροχή φροντίδας θεωρείται αυτονόητη, ενώ για άλλους αποτελεί πηγή υπερηφάνειας. Στην μεταγενέστερη έρευνα των Zarzycki et al. (2023), προστέθηκαν ως πιθανοί λόγοι τα κοινωνικά πρότυπα, η κοινωνικοποίηση και οι αντιληπτές προσδοκίες, όπως οι ρόλοι που συνδέονται με το φύλο, τα πρότυπα και οι προσδοκίες σχετικά με την παροχή φροντίδας.

Στην έρευνα των del Río-Lozano et al. (2013) παρατηρείται η πολιτισμική αντίληψη ότι οι γυναίκες οφείλουν να αναλαμβάνουν τον ρόλο του φροντιστή επωμιζόμενες το μεγαλύτερο μέρος των ευθυνών φροντίδας. Ενώ σε έρευνα που διενεργήθηκε σε πληθυσμό Ελληνο-Αυστραλών βλέπουμε ότι από τα 146 άτομα που ήταν φροντιστές, το 19% ήταν άντρες (Morse & Kallimeri-Kianidis, 2002).

Που εμφανίζεται το βάρος;

Οι άτυποι φροντιστές συχνά έρχονται αντιμέτωποι με οικονομικούς, κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες πίεσης που επηρεάζουν την σωματική και ψυχική τους υγεία (WHO, 2026a). Σύμφωνα με το WHO Kobe Centre (2024) οι χώρες που έχουν εκτιμήσει το κόστος της άτυπης φροντίδας για την οικονομία, αναφέρουν ένα ποσοστό της τάξης του 0,8% με 4,9% του ΑΕΠ.

Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει βάσει των εκτιμήσεων για την αξία του χρόνου που αφιερώνουν οι άτυποι φροντιστές και των απωλειών που προκύπτουν από τη μείωση των ωρών της επίσημης απασχόλησης και παραγωγικότητάς τους. Λόγω του αφανούς χαρακτήρα και της δυσκολίας ποσοτικοποίησης, το κρυφό κόστος της άτυπης φροντίδας συχνά παραβλέπεται ή υποτιμάται (Gu et al., 2024).

Σύμφωνα με την umbrella review των Xu et al. (2025), η οποία αξιολόγησε και συνέθεσε τα ευρήματα 18 προηγούμενων μετα-αναλύσεων σχετικά με τον επιπολασμό της κατάθλιψης, το άγχος και την επιβάρυνση του φροντιστή στους άτυπους φροντιστές, ανέδειξε  ένα συνολικό διάμεσο ποσοστό επιπολασμού 33,35% για την κατάθλιψη, 35,25% για το άγχος και 49,26% για την επιβάρυνση του φροντιστή.

Σύμφωνα με τους del-Pino-Casado et al. (2021) η υποκειμενική επιβάρυνση των φροντιστών συσχετίστηκε με υψηλά επίπεδα άγχους στους φροντιστές. Οι Cai et al. (2025) συνδέουν την αυξημένη επιβάρυνση των φροντιστών με πολλούς παράγοντες, όπως τις αυξημένες ανάγκες του ατόμου που λαμβάνει φροντίδα, τις περισσότερες ώρες εβδομαδιαίας φροντίδας, την επιβαρυμένη κατάσταση της υγείας του ίδιου του φροντιστή, την παρουσία συναισθηματικών δυσκολιών και την χαμηλότερη αντίληψη της προσωπικής του ικανότητας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου.

Αντίστοιχα είναι και τα αποτελέσματα της μελέτης των Choi et al. (2024) που αναφέρουν ότι όσο πιο επιβαρυμένη είναι η υγεία του φροντιστή τόσο μεγαλύτερη είναι η έξτρα επιβάρυνση που προκαλείται λόγω της φροντίδας. Και συγχρόνως, όσο μεγαλύτερος είναι ο μέσος όρος ημερήσιων ωρών φροντίδας τόσο αυξάνεται η επιβάρυνση. Βάσει της έρευνας των Borg & Hallberg (2016) η εκτεταμένη παροχή φροντίδας συνδέεται με χαμηλότερη ικανοποίηση από τη ζωή, με τους σημαντικότερους επιβαρυντικούς παράγοντες να αποτελούν τους περιορισμένους κοινωνικούς πόρους και την κακή κατάσταση της υγείας τους.

Οι φροντιστές καθώς αναλαμβάνουν πολλαπλές ευθύνες, παρακολουθώντας παράλληλα την επιβάρυνση της υγείας του αγαπημένου τους προσώπου, ενδέχεται να δυσκολεύονται να ισορροπήσουν τις απαιτήσεις της φροντίδας με την προσωπική και επαγγελματική τους ζωή (Haroen et al., 2025). Παράλληλα, οι έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις του ατόμου που λαμβάνει φροντίδα, ενδέχεται να αυξήσουν την ανάγκη του για συναισθηματική υποστήριξη από τον φροντιστή. Αυτή η συνθήκη μπορεί να προκαλέσει στον φροντιστή ευερεθιστότητα ή ακόμη και θυμό απέναντι στο άτομο που φροντίζει (Schulz et al., 2016).

Επιπλέον, μπορεί να παρατηρηθεί κοινωνική απομόνωση των φροντιστών με το που αναλάβουν την φροντίδα καθώς και αισθήματα ενοχής που συνδέονται με συναισθήματα δυσφορίας, εξαιτίας των περιορισμών, των αλλαγών στην σχέση, της παραμέλησης άλλων τομέων καθώς και της πεποίθησης ότι οι προσπάθειές τους δεν είναι ποτέ αρκετές (Zygouri et al., 2024; Zarzycki et al., 2022). Επιπροσθέτως, το αίσθημα της ενοχής μπορεί να αυξάνεται διότι οι άτυποι φροντιστές μπορεί να χρειαστεί να «εγκαταλείψουν» την οικογένεια και τα παιδιά τους και διότι μπορεί να αδυνατούν να παρέχουν διαρκή φροντίδα είτε επειδή δεν μένουν στο ίδιο σπίτι, είτε επειδή αναγκάζονται να μεταφέρουν τον ασθενή σε μονάδα εξειδικευμένης φροντίδας (Brea et al., 2016).

Στην έρευνα των Winter et al. (2024) οι φροντιστές αναφέρουν το αίσθημα της αδυναμίας και της απώλειας ελέγχου τόσο ως προς την πορεία της νόσου και την έκβαση της θεραπείας, όσο και ως προς την αβεβαιότητα για τις μελλοντικές ανάγκες, ενώ παράλληλα κάποιοι φροντιστές αναφέρουν αρχική δυσκολία να αποδεχτούν βοήθεια ή να παραχωρήσουν τον έλεγχο. Τα συναισθήματα αυτά αντικαταστάθηκαν από το συναίσθημα της ανακούφισης όταν τελικά αποδέχτηκαν την βοήθεια.

Επιπροσθέτως, εμφανίζεται συχνά το αίσθημα ότι η ζωή των άτυπων φροντιστών βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής καθώς αδυνατούν να προγραμματίσουν το μέλλον τους ενώ παράλληλα κυριαρχεί ο φόβος για την πιθανότητα μελλοντικά να αδυνατούν οι ίδιοι να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της φροντίδας (Shilling et al., 2017; Molassiotis et al., 2009; Greenwood et al., 2019).

Η ανάγκη μακροχρόνιας φροντίδας αυξάνεται διαρκώς

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η «μακροχρόνια φροντίδα» περιλαμβάνει ένα φάσμα υπηρεσιών και υποστήριξης για άτομα τα οποία, λόγω ψυχικής ή/και σωματικής ευαλωτότητας ή/και αναπηρίας εξαρτώνται από βοήθεια για τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής ή/και χρειάζονται μόνιμη νοσηλευτική φροντίδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα» (European Commission, 2026).

Η πρόοδος της ιατρικής επιστήμης, της βιολογίας, της φαρμακολογίας και της πρόληψης έχει οδηγήσει στην μετατροπή των άλλοτε θανατηφόρων ασθενειών σε χρόνια νοσήματα και κατ’ επέκταση σε μείωση των υγιών ετών ζωής. Η δημογραφική γήρανση, η αύξηση των ατόμων που ζουν με χρόνια νοσήματα και η αύξηση του προσδόκιμου ζωής φαίνεται να έχουν μετατοπίσει το ενδιαφέρον στην μακροχρόνια φροντίδα υγείας δημιουργώντας σημαντικές προκλήσεις στα συστήματα υγείας και κοινωνικής φροντίδας.

Η διαρκής αύξηση της άτυπης μακροχρόνιας φροντίδας υγείας ενδεχομένως να οφείλεται στην μείωση του ενεργού πληθυσμού, στην έλλειψη πρόσβασης και παροχής σε υπηρεσίες «επίσημης» φροντίδας υγείας, στην πιθανή χαμηλή ποιότητα και το υψηλό κόστος, αλλά και στο παραδοσιακό μοντέλο της οικογένειας και των σχέσεων (Μπότση και Σαρίδη, 2026; Spanova et al., 2018).

Ενδεικτικά, στην Ελλάδα δαπανείται κάτω από 0,1% του ΑΕΠ στην επίσημη μακροχρόνια φροντίδα υγείας (Βαρακλιώτη και συν., 2020). Το σχετικά νέο πρόγραμμα «Προσωπικός Βοηθός ΑμεΑ» ενδεχομένως να κινείται προς την σωστή κατεύθυνση.

Οι μελλοντικές έρευνες και η συστηματική αξιολόγηση του προγράμματος θα μπορέσουν να αξιολογήσουν την χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα του, τόσο ως προς τα κριτήρια επιλεξιμότητας και τους ηλικιακούς περιορισμούς, όσο και ως προς την πραγματική συμβολή του στην ανεξάρτητη διαβίωση των ατόμων με αναπηρία και στην αποφόρτιση των άτυπων φροντιστών τους (Govgr, 2026).

Τι μπορεί να κάνει ο φροντιστής;

Η διαχείριση των απαιτήσεων της φροντίδας μπορεί να ξεκινήσει από ορισμένες πρακτικές κινήσεις στην καθημερινότητα του άτυπου φροντιστή. Η αναγνώριση των προσωπικών ορίων, η κατανομή των υποχρεώσεων, η αναζήτηση συγκεκριμένης βοήθειας και η διατήρηση, στον βαθμό του εφικτού, προσωπικών δραστηριοτήτων μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο βιώσιμη διαχείριση του ρόλου του.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναγνώριση των ενοχών που ενδέχεται να βιώνει. Η αντίληψη ότι οφείλει να είναι διαρκώς διαθέσιμος ή να ανταποκρίνεται σε κάθε ανάγκη μπορεί να τον οδηγήσει στην παραμέληση των δικών του αναγκών και στην ανάληψη ολοένα και περισσότερων ευθυνών. Η κατανόηση των προσωπικών, κοινωνικών και οικογενειακών προσδοκιών που διαμορφώνουν αυτές τις ενοχές μπορεί να τον βοηθήσει να αξιολογεί πιο ρεαλιστικά τις δυνατότητές του και να αναγνωρίζει ότι η προσωπική ξεκούραση και η αναζήτηση βοήθειας δεν αναιρούν τη φροντίδα που προσφέρει.

Ωστόσο, δεν μπορούμε να μιλάμε μόνο για το τι μπορεί να κάνει ο φροντιστής ως μονάδα. Η λύση δεν είναι απλώς «πρόσεχε περισσότερο τον εαυτό σου», «κάνε ένα διάλειμμα», «βρες λίγο χρόνο για σένα» ,«μην ξεχνάς τον εαυτό σου»! Αν και εκφράζουν μια εύλογη ανάγκη, μπορεί να ακούγονται αποκομμένες από την πραγματικότητα ενός ανθρώπου που έχει αναλάβει μόνος του τη φροντίδα ενός άλλου ανθρώπου.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO, 2026a) η άτυπη φροντίδα αποτελεί σημαντικό μέρος της μακροχρόνιας φροντίδας. Ωστόσο, σταδιακά, τείνει να περιορίζεται η διαθεσιμότητα των άτυπων φροντιστών, καθώς οι δημογραφικές και κοινωνικές μεταβολές επηρεάζουν τις δυνατότητες παροχής φροντίδας στο πλαίσιο της οικογένειας.

Ειδικότερα, η αυξημένη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, η μείωση του αριθμού των παιδιών ανά οικογένεια και η γεωγραφική απόσταση μεταξύ των μελών της οικογένειας φαίνεται ότι δημιουργούν πιέσεις στην διαθεσιμότητα των άτυπων φροντιστών (Spasova et al., 2018;  European Commission, 2026).

Η αντιμετώπιση των αυξανόμενων αναγκών μακροχρόνιας φροντίδας προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, την ουσιαστική υποστήριξη των άτυπων φροντιστών μέσω οργανωμένων υπηρεσιών και κατάλληλων πολιτικών, την πρόσβαση σε αξιόπιστη πληροφόρηση και εκπαίδευση, καθώς και την παροχή κοινωνικής και οικονομικής στήριξης (WHO, 2026a).

Ενδεικτικά οι Ananias et al. (2015), αξιολογώντας τα αποτελέσματα της ομάδας υποστήριξης κοινωνικών λειτουργών με άτυπους φροντιστές για την πρόληψη της κακοποίησης ηλικιωμένων, κατέδειξαν ότι η ομάδα υποστήριξης είχε μεγάλη αξία για τους άτυπους φροντιστές. Η ομάδα υποστήριξης τους παρακίνησε να συνεχίσουν να φροντίζουν τον λήπτη φροντίδας, τους βοήθησε να αποκτήσουν γνώσεις για την φροντίδα και την γήρανση, τους έδωσε χώρο να αναπτύξουν την υπομονή, την συμπόνια και παράλληλα βοήθησε στην μείωση των συγκρούσεων.

Τα ευρήματα υπογραμμίζουν την σημασία οργανωμένων παρεμβάσεων που δεν περιορίζονται στην ενημέρωση, αλλά προσφέρουν στους φροντιστές και ένα πλαίσιο υποστήριξης στην καθημερινή τους προσπάθεια. Στο πλαίσιο αυτό, σημαντικό ρόλο μπορούν να διαδραματίσουν οι υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και κοινωνικής φροντίδας στην κοινότητα, όπως τα Κέντρα Ανοιχτής Προστασίας Ηλικιωμένων (ΚΑΠΗ), οι Κοινωνικές Υπηρεσίες, το πρόγραμμα «Βοήθεια στο Σπίτι», τα Κέντρα Φροντίδας Ηλικιωμένων (ΚΦΗ), τα Κέντρα Ψυχικής Υγείας και οι Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ).

Εν κατακλείδι, η υποστήριξη των άτυπων φροντιστών δεν είναι απλώς ζήτημα ατομικής ανθεκτικότητας ή οικογενειακής ευθύνης. Είναι ζήτημα δημόσιας πολιτικής, κοινωνικής προστασίας και ισότιμης πρόσβασης στη φροντίδα. Η αναγνώριση αυτής της διάστασης είναι απαραίτητη, ώστε η φροντίδα να μην αποτελεί μια αόρατη υποχρέωση που επωμίζονται μεμονωμένα άτομα, αλλά μια ευθύνη που επιμερίζεται μεταξύ οικογένειας, κοινότητας, υπηρεσιών και πολιτείας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Φωτογραφία iStock