Μια νέα επιστημονική μελέτη από το Πανεπιστήμιο του Χιούστον των ΗΠΑ, αμφισβητεί την παραδοσιακή άποψη ότι η δυσλεξία, ή ειδική διαταραχή της ανάγνωσης, οφείλεται σε ένα και μόνο «ελαττωματικό» γονίδιο. Αντίθετα, η μελέτη υποστηρίζει ότι η δυσλεξία αφορά σε γενικότερη ευπάθεια στα νευρωνικά δίκτυα του εγκεφάλου.
Η νέα αυτή προσέγγιση αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε μία από τις συχνότερες μαθησιακές διαταραχές παγκοσμίως, η οποία επηρεάζει έως και το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού. Σχεδόν δηλαδή 780 εκατομμύρια ανθρώπους που αντιμετωπίζουν δια βίου δυσκολίες στην ανάγνωση.
Δυσλεξία – Τέσσερις δεκαετίες γενετικής έρευνας σε μία μελέτη
Χρησιμοποιώντας σύγχρονα υπολογιστικά εργαλεία και μεγάλες βιολογικές βάσεις δεδομένων, η Έλενα Γκριγκορένκο, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον, πραγματοποίησε μια εκτενή ανασκόπηση ερευνών, που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία 40 χρόνια, γύρω από τη βιολογική κα γενετική βάση της δυσλεξίας.
Η μελέτη συγκέντρωσε και ανέλυσε όλα τα γονίδια που έχουν κατά καιρούς συνδεθεί με τις αναγνωστικές δυσκολίες, ενώ τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Journal of Speech, Language, and Hearing Research.
Δύο διαφορετικές αναπτυξιακές διαδρομές
Η ανάλυση της ομάδας εντόπισε 175 γονίδια που έχουν συνδεθεί με αναγνωστικές δυσκολίες και έδειξε ότι αυτά δεν λειτουργούν όλα με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα, χωρίζονται σε δύο βασικές ομάδες.
Η πρώτη ομάδα ενεργοποιείται πολύ νωρίς, κατά την εμβρυϊκή ανάπτυξη, και σχετίζεται με τον τρόπο που «χτίζεται» ο εγκέφαλος τη δομή του και τη βασική του οργάνωση.
Η δεύτερη ομάδα ενεργοποιείται αργότερα, περίπου στη μέση της εγκυμοσύνης, και αφορά τον τρόπο με τον οποίο τα εγκεφαλικά κύτταρα επικοινωνούν μεταξύ τους.
Αυτό σημαίνει ότι οι δυσκολίες στην ανάγνωση μπορεί να έχουν διαφορετικές αναπτυξιακές αφετηρίες: σε ορισμένες περιπτώσεις να σχετίζονται με τη δομή του εγκεφάλου και σε άλλες με τον τρόπο που λειτουργούν τα νευρωνικά δίκτυα.
Όχι «γονίδια της ανάγνωσης», αλλά αρχαίοι μηχανισμοί σε νέα χρήση
Η έρευνα της Έλενας Γκριγκορένκο ανατρέπει μια βασική παρανόηση: την ιδέα ότι γεννιόμαστε με συγκεκριμένα γονίδια που είναι «προγραμματισμένα» αποκλειστικά για την ανάγνωση. Στην πραγματικότητα, η ανάγνωση είναι μια πολύ πρόσφατη δεξιότητα στην ιστορία του ανθρώπου. Από εξελικτική άποψη δηλαδή, δεν δημιουργήθηκαν ειδικά γονίδια για την ανάγνωση.
Πώς τα καταφέρνουμε λοιπόν; Ο εγκέφαλος λειτουργεί σαν ένας «τεχνίτης» που χρησιμοποιεί αρχαία εργαλεία για μια νέα δουλειά. Τα γονίδια που εμπλέκονται στη δυσλεξία υπάρχουν εδώ και εκατομμύρια χρόνια και χρησίμευαν αρχικά σε πολύ πιο βασικές λειτουργίες, όπως η αναγνώριση σχημάτων στο περιβάλλον ή η επεξεργασία των ήχων της φύσης. Σήμερα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος επιστρατεύει αυτούς τους παμπάλαιους μηχανισμούς για να αποκωδικοποιήσει σύμβολα και λέξεις.
Η δυσλεξία ως ζήτημα «συνεργασίας» Σύμφωνα λοιπόν με τη μελέτη, η δυσλεξία δεν είναι ένα «λάθος» σε ένα μεμονωμένο γονίδιο. Είναι το αποτέλεσμα του πώς είναι «καλωδιωμένο» το συνολικό δίκτυο του εγκεφάλου.
- Σε ορισμένους ανθρώπους, ο τρόπος που επικοινωνούν αυτά τα εγκεφαλικά συστήματα είναι διαφορετικός.
- Δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη γενετική ανωμαλία, αλλά για μια ιδιαίτερη αναπτυξιακή διαδρομή.
«Έτσι, η δυσλεξία δεν είναι μια μεμονωμένη πάθηση ή ένα «λάθος» της φύσης, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος με τον οποίο έχει καλωδιωθεί ο εγκέφαλος. Είναι, εν τέλει, μέρος της φυσικής ποικιλομορφίας του ανθρώπινου νου» σημειώνει η Έλενα Γκριγκορένκο.
Συνολικά, η μελέτη προσφέρει μια πιο σύνθετη και ρεαλιστική εικόνα για τη δυσλεξία. Δεν τη βλέπει ως αποτέλεσμα ενός «λάθους», αλλά ως διαφορετικό τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου. Παράλληλα, ανοίγει νέους δρόμους για την έγκαιρη αναγνώριση και την πιο στοχευμένη υποστήριξη των ατόμων με αναγνωστικές δυσκολίες.
- Διαβάστε επίσης – Δυσλεξία: Ερευνητές εντόπισαν νέα γονίδια που σχετίζονται με την ειδική μαθησιακή δυσκολία
Φωτογραφία: istock