Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται τα τελευταία χρόνια στη διάγνωση, την πρόληψη και τη θεραπεία της νόσου Αλτσχάιμερ. Εξετάσεις αίματος μπορούν πλέον να συμβάλουν στη διάγνωση με ακρίβεια που φτάνει το 90%, ενώ η αντιμετώπιση τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου εκτιμάται ότι θα μπορούσε να περιορίσει έως και κατά 45% τον αναμενόμενο αριθμό περιστατικών άνοιας μέχρι το 2050.
Την ίδια ώρα, νέα φάρμακα που μπορούν να επιβραδύνουν την εξέλιξη της νόσου έχουν ήδη εγκριθεί, όμως η πρόσβαση των ασθενών παραμένει περιορισμένη, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους αλλά και των αυστηρών κριτηρίων χορήγησης.
Τα νεότερα δεδομένα παρουσίασε η ομότιμη καθηγήτρια Νευρολογίας του ΑΠΘ και πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών, Μάγδα Τσολάκη, με αφορμή διάλεξη με θέμα «Νέες προσεγγίσεις στη διάγνωση, πρόληψη και αντιμετώπιση της άνοιας», που θα πραγματοποιηθεί σήμερα (07.10.26) στις 19:00 στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης.
Διάγνωση με εξέταση αίματος
Στο πεδίο της διάγνωσης, η αξιοποίηση βιοδεικτών, όπως η φωσφορυλιωμένη tau-217 (p-tau217) και το β-αμυλοειδές 1-42 (Aβ42), επιτρέπει πλέον τον ταχύτερο και πιο στοχευμένο εντοπισμό της νόσου.
«Έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε εξετάσεις αίματος στο πλάσμα, στις οποίες, με δύο πρωτεΐνες, τη φωσφο-Τ 217 και το β-αμυλοειδές 1-42, που εξετάζουμε, μπορούμε να θέσουμε τη διάγνωση της νόσου Alzheimer σε ποσοστό 90%», εξήγησε, μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ, η κ. Τσολάκη.
Όπως σημείωσε, ένα αρνητικό αποτέλεσμα μπορεί να απομακρύνει το ενδεχόμενο Αλτσχάιμερ και να στρέψει τη διερεύνηση προς άλλες μορφές άνοιας. Οι εξετάσεις αίματος, ωστόσο, δεν υποκαθιστούν τη συνολική διαγνωστική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει κλινική εξέταση, νευροψυχολογική εκτίμηση, ειδικές εξετάσεις αίματος και μαγνητική τομογραφία.
«Αφού τα δει όλα αυτά ο γιατρός, στη συνέχεια αποφασίζει την τελική διάγνωση και τη θεραπεία», ανέφερε.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών ζητά, μέσω ψηφίσματός της, τη δωρεάν διενέργεια των νέων διαγνωστικών εξετάσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η κ. Τσολάκη, το συνολικό κόστος μπορεί να φτάσει τα 485 ευρώ: 220 ευρώ για τις πρωτεΐνες στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, 230 ευρώ για τις πρωτεΐνες στο αίμα και 35 ευρώ για το προδιαθεσικό γονίδιο ε4 της Απολιποπρωτεΐνης Ε.
Πρόληψη: Στόχος η μείωση των περιστατικών κατά 45%
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται πλέον και στην πρόληψη. Μέχρι σήμερα, η διεθνής κοινότητα εστίαζε σε 14 τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου, μεταξύ των οποίων ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση στη μέση ηλικία, η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή, η υψηλή LDL χοληστερόλη, το κάπνισμα και η κατάθλιψη.
Στη λίστα περιλαμβάνονται ακόμη το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, η κοινωνική απομόνωση, οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, η απώλεια ακοής και όρασης, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ.
«Έχουμε δυνατότητα πρόληψης στο 45%. Δηλαδή, ο ρυθμός των ανοιών που περιμένουμε το 2050 μπορεί να είναι περίπου ο μισός, αν τελικά αντιμετωπίσουμε έγκαιρα αυτούς τους προδιαθεσικούς παράγοντες», τόνισε η κ. Τσολάκη.
Όπως ανέφερε, τον Ιούλιο του 2026 ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας πρόσθεσε πέντε ακόμη παράγοντες. Μεταξύ αυτών είναι η φαρμακευτική αγωγή κατά την εμμηνόπαυση, με στόχο να αμβλυνθεί η απότομη πτώση των οιστρογόνων, στην οποία αποδίδεται η συχνότερη εμφάνιση άνοιας στις γυναίκες.
Στους νέους παράγοντες περιλαμβάνονται επίσης η άμεση νοσοκομειακή αντιμετώπιση του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου με θρομβόλυση ή θρομβεκτομή, η διατήρηση του ύπνου στις έξι έως οκτώ ώρες το 24ωρο, η θεραπεία του AIDS και η ισορροπημένη διατροφή.
Για το AIDS, η κ. Τσολάκη ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «όταν θεραπεύσουμε το AIDS, οι άνθρωποι δεν παθαίνουν άνοια στην πορεία».
Απαντώντας σε ερώτηση για τη χρήση αντιπηκτικών στην πρόληψη εγκεφαλικών επεισοδίων, διευκρίνισε ότι η χορήγησή τους αφορά άτομα με νόσημα που αυξάνει την πηκτικότητα του αίματος ή όσους έχουν ήδη υποστεί εγκεφαλικό ή έμφραγμα.
«Δεν συστήνεται να παίρνουν αντιπηκτικά οι άνθρωποι όταν είναι υγιείς και δεν έχουν κανένα πρόβλημα», σημείωσε.
Αλτσχάιμερ – Νέα φάρμακα, αλλά η πρόσβαση παραμένει δύσκολη
Στο θεραπευτικό σκέλος, η κ. Τσολάκη αναφέρθηκε στα μονοκλωνικά αντισώματα λεκανεμάμπη και ντονανεμάμπη, τα οποία έχουν λάβει έγκριση από τον FDA και τον EMA.
Οι θεραπείες απευθύνονται σε ασθενείς με ήπια νοητική διαταραχή ή ήπια άνοια, με καλύτερα αποτελέσματα στην πρώτη περίπτωση. Δεν αναστρέφουν τη νόσο, μπορούν όμως να επιβραδύνουν την εξέλιξή της.
Η πρόσβαση των ασθενών παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη. Σύμφωνα με την κ. Τσολάκη, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει ακόμη αναλάβει το σχετικό κόστος, το οποίο ανέρχεται περίπου στις 50.000 ευρώ για θεραπεία 18 μηνών.
Τα δύο φάρμακα ή ένα από αυτά έχουν εγκριθεί σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, η Ταϊβάν, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Κίνα, το Χονγκ Κονγκ, το Ισραήλ και η Νότια Κορέα.
«Τα ευρωπαϊκά κράτη έκαναν πίσω, γιατί είναι ακριβά και χρειάζεται να γίνει ένας προϋπολογισμός των υπουργείων Υγείας για την επόμενη χρονιά», ανέφερε.
Ένας ακόμη λόγος για τη συγκρατημένη στάση πολλών χωρών είναι οι ανεπιθύμητες ενέργειες που μπορεί να συνοδεύουν τις θεραπείες. Για τον λόγο αυτό, κάθε ασθενής πρέπει να πληροί συγκεκριμένα κλινικά και εργαστηριακά κριτήρια πριν ξεκινήσει αγωγή.
Στην Αθήνα, σε δημόσια και ιδιωτικά κέντρα, έχουν ήδη αρχίσει θεραπεία 30 ασθενείς. «Εμείς εδώ στη Θεσσαλονίκη δεν έχουμε βάλει κανέναν ασθενή, διότι δεν έχουν τη δυνατότητα οι άνθρωποι να πληρώσουν τόσα χρήματα», πρόσθεσε.
Τα δύο σκευάσματα χορηγούνται ενδοφλεβίως σε νοσοκομειακό περιβάλλον, ενώ η λεκανεμάμπη έχει εγκριθεί πρόσφατα και σε υποδόρια μορφή, η οποία μπορεί να χορηγείται στο σπίτι, χωρίς ωστόσο να έχει εγκριθεί στην Ελλάδα.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες καλύπτουν θεραπεία διάρκειας 18 μηνών, ενώ μελέτες επέκτασης έχουν φτάσει έως και τα τέσσερα χρόνια, εφόσον δεν εμφανίζονται ανεπιθύμητες ενέργειες.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Νόσου Alzheimer και Συναφών Διαταραχών ζητά κρατική κάλυψη των μονοκλωνικών αντισωμάτων για τους ασθενείς που πληρούν τα κριτήρια. Στις προτεραιότητές της περιλαμβάνονται επίσης η κατάρτιση Εθνικού Στρατηγικού Σχεδίου, η δημιουργία νέων δομών για την άνοια και η περαιτέρω ανάπτυξη οργανωμένων μοντέλων προσωποκεντρικής φροντίδας μετά τη διάγνωση.
Η κ. Τσολάκη υπογράμμισε ότι η φροντίδα δεν σταματά εκεί όπου τελειώνουν οι φαρμακευτικές επιλογές, καθώς τόσο οι ασθενείς όσο και οι περιθάλποντες εκπαιδεύονται στα Κέντρα Ημέρας.
«Δεν τους εγκαταλείπουμε επειδή δεν έχουμε πρόσβαση στα καινούργια φάρμακα», κατέληξε.
Φωτογραφία: istock