Iatropedia

Η ομοφυλοφιλία δεν καθορίζεται από συγκεκριμένο γονίδιο, λένε οι επιστήμονες

Η ομοφυλοφιλία δεν καθορίζεται από ένα συγκεκριμένο γονίδιο, αλλά από την αλληλεπίδραση γενετικών παραγόντων και περιβαλλοντικών επιρροών.

Η ομοφυλοφιλία δεν καθορίζεται από ένα συγκεκριμένο γονίδιο, αλλά διαμορφώνεται από τις πολύπλοκες αλληλεπιδράσεις γενετικών παραγόντων και περιβαλλοντικών επιρροών.

Παρότι, όμως, υπεισέρχονται και γενετικοί παράγοντες στην εκδήλωσή της, ο ρόλος τους είναι μικρός και όχι ο καθοριστικός παράγοντας.

Αυτό είναι το συμπέρασμα της μεγαλύτερης γενετικής μελέτης που έχει διεξαχθεί ποτέ για το θέμα. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε έξι χώρες, από 51 ερευνητές. Βασίσθηκε στην ανάλυση του γενετικού προφίλ περίπου 480.000 ανθρώπων από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Ο αριθμός αυτός είναι σχεδόν 100 φορές μεγαλύτερος απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη προγενέστερη μελέτη, λένε οι ερευνητές.

Οι επιστήμονες εντόπισαν πέντε συγκεκριμένες γενετικές μεταλλαγές οι οποίες σχετίζονται ισχυρά με την ομοφυλοφιλία. Οι δύο από αυτές ασκούν σημαντική επίδραση μόνο στους άνδρες και η μία μόνο στις γυναίκες. Ωστόσο και οι πέντε μαζί εξηγούν λιγότερο από το 1% της ερωτικής έλξης προς άτομα του ιδίου φύλου.

Αν, δε, ληφθούν υπ’ όψιν τα χιλιάδες γονίδια που γενικώς εμπλέκονται στη διαμόρφωση της σεξουαλικής επιθυμίας, τότε τα γονίδια ευθύνονται για το 8% έως 25% της ομοφυλοφιλίας. Το υπόλοιπο ποσοστό είναι οι επιρροές από το περιβάλλον όπου ζει κανείς.

Τα ευρήματα αυτά υποδηλώνουν ότι η ομοφυλοφιλία είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα που διαμορφώνεται όπως όλα τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου.

Το γονιδίωμα δεν «δείχνει» την ομοφυλοφιλία

«Η ομοφυλοφιλία αποτελεί φυσιολογικό τμήμα της ποικιλότητας που χαρακτηρίζει το είδος μας», δήλωσε ο επιβλέπων ερευνητής Dr Benjamin Neale, διευθυντής Γενετικής στο Κέντρο Ψυχιατρικής Έρευνας Stanley στο Ινστιτούτο Broad που έχουν δημιουργήσει τα πανεπιστήμια ΜΙΤ και Χάρβαρντ. «Τα ευρήματά μας είναι μία ακόμα απόδειξη πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να αναζητά κανείς «θεραπεία» για την ομοφυλοφιλία».

Ο Dr Neale πρόσθεσε πως είναι πρακτικά αδύνατον να προβλεφθεί από το γονιδίωμα ενός ατόμου η σεξουαλική προτίμησή του. «Τα γονίδια αντιπροσωπεύουν ένα μικρό τμήμα της σεξουαλικής συμπεριφοράς. Είναι απλώς ένας σημαντικός, συμβάλλων παράγοντας», είπε. «Το υπόλοιπο, μεγαλύτερο τμήμα είναι οι μη-γονιδιακές ή περιβαλλοντικές επιρροές. Και σε αυτές μπορεί να συμπεριλαμβάνονται τα πάντα, απ’ όσα συμβαίνουν κατά την ενδομήτριο ζωή έως το ποιος στέκεται δίπλα μας στο λεωφορείο!».

«Η σεξουαλικότητα είναι δυναμική»

Η μελέτη έδειξε ακόμα ότι οι πέντε γενετικές μεταλλαγές που εντοπίστηκαν ασκούν ισχυρότερη επίδραση στην ομοφυλοφιλία μεταξύ ανδρών. «Το εύρημα αυτό πιθανώς υποδηλώνει την πολυπλοκότητα της γυναικείας σεξουαλικότητας», σχολίασε η Dr Melinda Mills, καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, η οποία έγραψε ένα σχόλιο που συνοδεύει τη νέα μελέτη.

«Η σεξουαλικότητα είναι δυναμική, με την ικανότητα να εκφράζει και να υλοποιεί τις σεξουαλικές προτιμήσεις. Έτσι, διαμορφώνεται και ρυθμίζεται από τις πολιτιστικές, πολιτικές, κοινωνικές, νομικές και θρησκευτικές δομές», σημειώνει στο σχόλιό της. Και προσθέτει ότι τα νέα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι υπάρχει μεγάλο εύρος σεξουαλικών συμπεριφορών.

Η νέα μελέτη δημοσιεύθηκε στο τεύχος της 29ης Αυγούστου 2019 της επιστημονικής επιθεώρησης Science.