Η αδελφική αντιπαλότητα περιγράφει τον ανταγωνισμό και την ένταση που αναπτύσσονται ανάμεσα στα αδέλφια. Πρόκειται για ένα φαινόμενο αρκετά συχνό μέσα στην οικογένεια, το οποίο συνήθως εμφανίζεται όταν τα παιδιά έχουν μικρή διαφορά ηλικίας.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει και σε αδέλφια με μεγαλύτερη ηλικιακή διαφορά ή ακόμη και σε παιδιά που μεγαλώνουν μαζί χωρίς να συνδέονται βιολογικά.
Σε αντίθεση με μια απλή, μεμονωμένη διαφωνία, για παράδειγμα για τους καλύτερους βαθμούς ή για το τελευταίο κομμάτι της τούρτας, η συστηματική αντιπαλότητα τείνει να επανέρχεται, να διαρκεί στον χρόνο και, ορισμένες φορές, να ξεσπά από ασήμαντη αφορμή.
Όπως εξηγεί η Δρ. Άλμπερς, κλινική ψυχολόγος της Cleveland Clinic, «η σχέση με τα αδέλφια αποτελεί μία από τις πρώτες και πιο μακροχρόνιες σχέσεις που δημιουργεί ο άνθρωπος».
Μέσα σε αυτή τη σχέση, τα παιδιά έρχονται για πρώτη φορά αντιμέτωπα με άλλα παιδια, στο ίδιο τους το σπίτι, μαθαίνοντας βασικές κοινωνικές δεξιότητες, όπως το να μοιράζονται, να διαχειρίζονται τις συγκρούσεις και να επικοινωνούν αποτελεσματικά.
Με άλλα λόγια, η αδελφική σχέση λειτουργεί σαν ένα πρώτο «σχολείο» κοινωνικής ζωής, στο οποίο διαμορφώνονται συμπεριφορές που συχνά συνοδεύουν το άτομο και στην ενήλικη ζωή.
Η ψυχολογία πίσω από την αδελφική αντιπαλότητα
Για να αντιμετωπιστούν οι συγκρούσεις μέσα στην οικογένεια, προϋπόθεση είναι να γίνει κατανοητό τι πραγματικά τις προκαλεί. Οι καβγάδες ανάμεσα στα αδέλφια σπάνια έχουν ως αφορμή μόνο ένα παιχνίδι ή ένα κομμάτι γλυκό. Συνήθως πηγάζουν από βαθύτερους μηχανισμούς που σχετίζονται με τη σειρά γέννησης και τη συναισθηματική δυναμική της οικογένειας.
Το πρωτότοκο παιδί, για παράδειγμα, αντλεί αίσθημα ασφάλειας και επιβεβαίωσης από την αποκλειστική προσοχή των γονιών του. Όταν έρχεται ένα νέο μέλος στην οικογένεια, το πρώτο παιδί μπορεί να βιώσει αυτή την αλλαγή ως απειλή και να αισθανθεί ότι πρέπει να διεκδικήσει εκ νέου τη θέση του.
Ακόμη και μικρές διαφοροποιήσεις στη συμπεριφορά των γονιών είναι δυνατόν να εκληφθούν ως ένδειξη άνισης μεταχείρισης.
Όπως επισημαίνει η Δρ. Άλμπερς, «στη βάση της αδελφικής αντιζηλίας βρίσκεται το αίσθημα του ανταγωνισμού». Ο ανταγωνισμός αυτός δεν είναι πάντα αρνητικός· μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο. Ωστόσο, όταν ενισχύεται υπερβολικά ή τροφοδοτείται από τους γονείς (ίσως και άθελά τους), μετατρέπεται σε πηγή τοξικής σύγκρουσης.
«Οι καβγάδες δεν μπορούν να εξαλειφθούν πλήρως», τονίζει η Δρ. Άλμπερς, «όμως υπάρχουν πολλοί τρόποι να περιοριστούν και να μετατραπούν σε ευκαιρίες για ουσιαστική επίλυση προβλημάτων». Με αυτόν τον τρόπο, η αντιπαλότητα μπορεί σταδιακά να δώσει τη θέση της σε μια πιο ώριμη και ισορροπημένη σχέση μεταξύ των αδελφών.
Και αυτό που μπορεί να κάνει τη διαφορά, είναι η στάση των γονιών: η ενίσχυση της συνεργασίας, η αποφυγή συγκρίσεων και η άμεση διαχείριση των εντάσεων μειώνουν τη συχνότητα και τη διάρκεια των συγκρούσεων.
- Διαβάστε επίσης: Σύνδρομο του «χρυσού παιδιού»: Όταν η τελειότητα γίνεται βάρος από την παιδική ηλικία ως την ενήλικη ζωή
Ενήλικη αδελφική αντιπαλότητα
Η αδελφική αντιπαλότητα δυστυχώς δεν περιορίζεται μόνο στα παιδικά χρόνια. Μπορεί να συνοδεύει τα άτομα και στην ενήλικη ζωή, ιδιαίτερα όταν έχει αφήσει πίσω της χαμηλή αυτοεκτίμηση ή δυσκολία στη δημιουργία και διατήρηση φιλικών σχέσεων.
Σε μεγαλύτερες ηλικίες, η επιθετικότητα και οι χρόνιες συγκρούσεις που απορρέουν από τεταμένες αδελφικές σχέσεις, μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη βοήθεια συμπεριφορικής θεραπείας και με την καλλιέργεια πιο λειτουργικών τρόπων διαχείρισης των συναισθημάτων.
Υπάρχουν, επίσης, περιπτώσεις όπου η αντιπαλότητα εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή, ακόμη κι αν δεν υπήρχε έντονα στην παιδική ηλικία. Αυτό συμβαίνει συχνά όταν οι συγκρούσεις δεν αντιμετωπίζονται έγκαιρα και συσσωρεύονται ή όταν συνυπάρχουν ψυχικές δυσκολίες, όπως άγχος, κατάθλιψη ή χρόνιο στρες, που επιβαρύνουν τη μεταξύ τους σχέση.
Όπως επισημαίνει η Δρ. Σούζαν Άλμπερς, «η παρατεταμένη αδελφική αντιπαλότητα μπορεί να οδηγήσει σε έντονη συναισθηματική εξάντληση και να μετατρέψει τις γιορτές ή τις οικογενειακές συγκεντρώσεις σε ιδιαίτερα δυσάρεστες εμπειρίες».
Σύμφωνα με την ίδια, η υποστήριξη από έναν θεραπευτή μπορεί να βοηθήσει τα άτομα να κατανοήσουν τη δυναμική αυτής της σχέσης. Να θέσουν υγιή όρια, να βελτιώσουν τον τρόπο επικοινωνίας τους και να αναγνωρίσουν τα σημεία που πυροδοτούν τις συγκρούσεις, ώστε να μάθουν να τις διαχειρίζονται πιο ώριμα και αποτελεσματικά.
7 συμβουλές για ήρεμη οικογενειακή ζωή
Διατηρήστε ψυχραιμία και κάνετε έγκαιρη παρέμβαση. Η ήρεμη στάση των γονιών βοηθά στο να εκτονωθεί μια κατάσταση πριν κλιμακωθεί, ενώ, ταυτόχρονα, διδάσκει στα παιδιά πώς να ελέγχουν τα συναισθήματά τους.
Καλλιεργήστε συνεργασία αντί για ανταγωνισμό.Αποφύγετε συγκρίσεις ή εύνοια προς το ένα παιδί και ενθαρρύνετε δραστηριότητες που απαιτούν συνεννόηση και συμβιβασμό.
Αναγνωρίστε τη μοναδικότητα κάθε παιδιού.Δώστε χρόνο στο καθένα παιδί ξεχωριστά και αποφύγετε τις «ταμπέλες» που περιορίζουν την αυτοεικόνα του και τροφοδοτούν αντιπαλότητα.
Επενδύστε σε κοινό οικογενειακό χρόνο. Οι κοινές δραστηριότητες δημιουργούν θετικές αναμνήσεις και ενισχύουν το αίσθημα δεσμού μεταξύ των αδελφιών.
Να φέρεστε στα παιδιά δίκαια, όχι ισότιμα. Η αντιμετώπιση πρέπει να προσαρμόζεται στις ανάγκες και την ηλικία κάθε παιδιού, ώστε να μη νιώθει ότι συγκρίνεται ή αδικείται.
Ακούστε πραγματικά τα παιδιά σας.Την ώρα του καβγά, τα παιδιά είναι συχνά φορτισμένα και απογοητευμένα. Το να τα ακούσετε με προσοχή και να αναγνωρίσετε τα συναισθήματά τους μπορεί να μειώσει την ένταση και να τα κάνει πιο συνεργάσιμα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δικαιολογείται η επιθετική συμπεριφορά· η βία δεν είναι αποδεκτή. Ξεκαθαρίστε ότι τα προβλήματα λύνονται με λόγια και δείξτε τους πως είστε διαθέσιμοι να τα ακούσετε.
Διδάξτε τους τρόπους επίλυσης προβλημάτων. Αντί να βλέπετε τις συγκρούσεις μόνο ως πρόβλημα, χρησιμοποιήστε τις ως ευκαιρία μάθησης. Δείξτε στα παιδιά πώς μπορούν να διαπραγματευτούν, να μοιραστούν ή να βρουν έναν συμβιβασμό. Έτσι αποκτούν δεξιότητες που θα τα βοηθήσουν να διαχειρίζονται πιο ώριμα παρόμοιες καταστάσεις στο μέλλον.
Φωτογραφία: istock