Iatropedia

Βαθαίνει το «ρήγμα» στην Υγεία: Μειώνεται το δημόσιο μερίδιο, εκτοξεύονται οι ιδιωτικές δαπάνες των ασθενών

The anxious, sad, young female patient wears her gown as she waits in the hospital room.

Αυξάνονται οι ιδιωτικές (out-of-pocket) δαπάνες υγείας στη χώρα μας, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Η νέα ακτινογραφία του συστήματος Υγείας, όπως προκύπτει από τα πλέον πρόσφατα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) που δημοσιεύθηκαν το 2026, φέρνει στο φως μια σκληρή πραγματικότητα: η πολυπόθητη ανάκαμψη και ενίσχυση του κλάδου Υγείας χρηματοδοτείται, ολοένα και περισσότερο, από την τσέπη των ίδιων των πολιτών.

Η τριμηνιαία έκθεση «Η Ελλάδα με αριθμούς» σκιαγραφεί ένα σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η κρατική συμμετοχή συρρικνώνεται ποσοστιαία, την ώρα που το βάρος της νοσηλείας, περίθαλψης και φαρμακευτικής δαπάνης μετακυλίεται βίαια στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.

Αν και σε απόλυτους αριθμούς το σύνολο των πόρων που κατευθύνονται στην υγεία εμφανίζει αυξητική τάση, (από τα 15,7 δισ. ευρώ το 2020, οι συνολικές δαπάνες φτάνουν σχεδόν τα 19,9 δισ. ευρώ το 2024), η ποιοτική ανάλυση των δεδομένων της περιόδου 2020-2024 αποκαλύπτει μια δομική ανισορροπία.

Η αύξηση δηλαδή δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη μετατόπιση προς ένα πιο ισχυρό δημόσιο σύστημα υγείας. Αντιθέτως, η συνολική ιδιωτική χρηματοδότηση αυξάνεται από 5,9 δισ. σε 7,7 δισ. ευρώ, ενώ το ποσοστό συμμετοχής της στο σύνολο αγγίζει το 39%.

Η εικόνα για την ενισχυμένη δημόσια περίθαλψη δεν ενισχύεται κι από τα ίδια τα νούμερα, τα οποία καταδεικνύουν πως ο ασθενής καλείται να καλύψει τα κενά του κράτους καταφεύγοντας στον ιδιωτικό τομέα ή βάζοντας «βαθιά το χέρι στην τσέπη» για συμμετοχές, φάρμακα και απευθείας αμοιβές.

ΕΛΣΤΑΤ: Η οικονομική ασφυξία και η μετατόπιση του κόστους

Η οικονομική πίεση και η μετατόπιση του βάρους αποτυπώνονται ανάγλυφα στα εξής κομβικά σημεία της έκθεσης της Στατιστικής Αρχής:

Εκρηκτική άνοδος των απευθείας ιδιωτικών πληρωμών

Το πλέον ανησυχητικό εύρημα αφορά τις λεγόμενες «out-of-pocket» δαπάνες υγείας.

Οι ιδιωτικές πληρωμές των νοικοκυριών εκτοξεύτηκαν από τα 5,25 δισεκατομμύρια ευρώ το 2020 στα 6,8 δισεκατομμύρια ευρώ το 2024.

Η αύξηση αυτή μεταφράζεται σε μια σημαντική συμμετοχή της τάξης του 34,2% επί της συνολικής χρηματοδότησης υγείας, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις χώρες με την υψηλότερη ιδιωτική δαπάνη στην Ευρώπη.

Η παραπάνω συνθήκη προκαλεί σοβαρή ανισότητα στην πρόσβαση στην υγεία.

Υποχώρηση της κρατικής συμμετοχής

Παρά το γεγονός ότι η συνολική δημόσια δαπάνη (Γενική Κυβέρνηση και ΟΚΑ) αυξήθηκε από τα 9,7 στα 12 δισεκατομμύρια ευρώ, το ποσοστιαίο της μερίδιο στο σύνολο του συστήματος συρρικνώθηκε.

Από το 62,0% που βρισκόταν το 2020, η δημόσια χρηματοδότηση κατρακύλησε στο 60,6% το 2024, παραχωρώντας πολύτιμο έδαφος στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος σκαρφάλωσε στο 39,1%.

Αύξηση της ιδιωτικής ασφάλισης

Ενδεικτικό της τάσης των πολιτών να αναζητούν εναλλακτικές δικλείδες ασφαλείας είναι και το γεγονός ότι οι δαπάνες μέσω ιδιωτικής ασφάλισης αυξήθηκαν σταθερά, φτάνοντας τα 974,9 εκατομμύρια ευρώ (από 678,2 εκατ. το 2020), καταλαμβάνοντας πλέον σχεδόν το 5% της συνολικής χρηματοδότησης.

Διόγκωση του βάρους στο κοινωνικό κράτος

Η λειτουργία «Ασθένεια» στο σύστημα κοινωνικής προστασίας ESSPROS απορροφά διαρκώς μεγαλύτερο ποσοστό πόρων, ανεβαίνοντας από το 21,2% το 2019 στο 23,1% το 2023, αποδεικνύοντας τη διαρκή πίεση που ασκεί η νοσηρότητα στο δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας.

ΕΛΣΤΑΤ: Η στατιστική υπεροχή των γιατρών

Δεν είναι, όμως, τα οικονομικά μεγέθη το μόνο «παράδοξο» που φωτίζει η έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ. Αυτή τη φορά, αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό.

Η Ελλάδα καταγράφει μια υπερεπάρκεια γιατρών, με την αναλογία να αυξάνεται σταθερά και να φτάνει τους 6,7 ιατρούς ανά 1.000 κατοίκους το 2024.

Ωστόσο, η εικόνα αυτή δεν σημαίνει απαραίτητα και ενίσχυση με ιατρικό δυναμικό του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Ο τεράστιος αυτός αριθμός περιλαμβάνει το σύνολο των εγγεγραμμένων γιατρών στην επικράτεια, ενσωματώνοντας τον υπερδιογκωμένο ιδιωτικό τομέα (ελευθεροεπαγγελματίες, ιδιωτικές κλινικές) και τους οδοντιάτρους.

Αυτή η υπερσυγκέντρωση επιστημόνων εκτός των τειχών του ΕΣΥ εξηγεί απόλυτα τις δραματικές εκκλήσεις των νοσοκομειακών ενώσεων για την τραγική υποστελέχωση του ΕΣΥ.

Η γενική ιατρική —κρίσιμη για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας— παραμένει καθηλωμένη στο 0,4, αποτυπώνοντας ένα διαχρονικό έλλειμμα.

Το πρόβλημα δεν είναι η απουσία γιατρών στη χώρα, αλλά η αδυναμία του κράτους να τους προσελκύσει και να τους συγκρατήσει στο δημόσιο σύστημα, εξαιτίας των εξαντλητικών συνθηκών εργασίας και των μη ανταγωνιστικών αμοιβών.

Στασιμότητα σε κλίνες θεραπείας ανά 100.000 κατοίκους

Την ίδια στιγμή, πιστοποιείται και η στασιμότητα των δημοσίων υποδομών.

Ο αριθμός των νοσοκομειακών κλινών παραμένουν σχεδόν «παγωμένες» (422,6 ανά 100.000 κατοίκους το 2020 έναντι 423,5 το 2024), την ώρα που τα ράντζα ζουν και βασιλεύουν, προκαλώντας μια εφιαλτική συνθήκη για ασθενείς και γιατρούς, στα περισσότερα μεγάλα νοσοκομεία της Αττικής, όπως το «Αττικόν«.

Η μικρή αύξηση στα κέντρα υγείας κινείται αντίστοιχα από 2,9 σε 3,0. Πρόκειται, δηλαδή, για μεταβολές που δεν συνιστούν ουσιαστική ενίσχυση του συστήματος.

Χρόνια προβλήματα υγείας

Τα χρόνια προβλήματα υγείας συνεχίζουν να ταλαιπωρούν σταθερά περίπου το 24% του πληθυσμού (σχεδόν 1 στους 4 πολίτες), επιβεβαιώνοντας ότι το φορτίο νοσηρότητας δεν υποχωρεί.

Παράλληλα, σημαντικό τμήμα του πληθυσμού συνεχίζει να βιώνει περιορισμούς στην καθημερινότητά του λόγω υγείας.

Περίπου 9% δηλώνει «πολύ μεγάλο» περιορισμό και ένα επιπλέον ποσοστό, που φτάνει έως και το 13% τα προηγούμενα χρόνια, αναφέρει «μεγάλο» περιορισμό.

Συμπερασματικά, η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι μεν αντιφατική, αλλά όχι ασαφής. Ουσιαστικά δηλαδή, πρόκειται για ένα σύστημα υγείας σε στασιμότητα που απορροφά πόρους χωρίς να αλλάζει η εικόνα του. Κι αν και περισσότερα χρήματα διοχετεύονται, η καθημερινή εμπειρία των πολιτών δεν φαίνεται να βελτιώνεται αισθητά.

Φωτογραφία: iStock