Η ανακοίνωση ενός νέου ενέσιμου φαρμάκου κατά του καρκίνου βρέθηκε στο επίκεντρο πρόσφατου μεγάλου διεθνούς ογκολογικού συνεδρίου, προκαλώντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην επιστημονική κοινότητα. Παρότι οι ειδικοί σπεύδουν να τονίσουν ότι πρόκειται ακόμη για πειραματική θεραπεία και ότι δεν πρέπει να δημιουργούνται υπερβολικές προσδοκίες, τα πρώτα αποτελέσματα θεωρούνται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά.
Το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας επικεντρώνεται κυρίως στο γεγονός ότι η θεραπεία δοκιμάστηκε σε ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο, οι οποίοι είχαν ήδη εξαντλήσει τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές, συμπεριλαμβανομένων και σύγχρονων ανοσοθεραπειών. Τα πρώτα αποτελέσματα έδειξαν σημαντικό και διατηρήσιμο όφελος σε μέρος των ασθενών, γεγονός που ενισχύει την αισιοδοξία για τις δυνατότητες της νέας προσέγγισης.
- Διαβάστε επίσης – Θεοδώρα Ψαλτοπούλου για το νέο αντικαρκινικό φάρμακο: Πότε αναμένεται να είναι διαθέσιμη η θεραπεία
Στο ερευνητικό πρόγραμμα συμμετέχει και ο Δρ Στέφαν Συμεωνίδης, κλινικός ογκολόγος και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, ο οποίος ηγείται των πρώιμων κλινικών δοκιμών της θεραπείας στο Ηνωμένο Βασίλειο. O Δρ Στέφαν Συμεωνίδης, μίλησε για τη νέα θεραπεία και τα αποτελέσματα των πρώτων κλινικών δοκιμών στην εκπομπή Live News.
Πώς λειτουργεί η νέα θεραπεία κατά του καρκίνου
Όπως ανέφερε Δρ Στέφαν Συμεωνίδης, συνεργάστηκε με την εταιρεία Grey Wolf, η οποία ανέπτυξε το φάρμακο, κατά τον σχεδιασμό της μελέτης και σήμερα ηγείται της κλινικής δοκιμής στο Ηνωμένο Βασίλειο.
«Είμαι κλινικός ογκολόγος και επικεφαλής της ομάδας πρώιμων κλινικών δοκιμών για τον καρκίνο στο Εδιμβούργο. Συνεργάστηκα με την ομάδα της Grey Wolf όταν σχεδιάζαμε τη μελέτη και τώρα ηγούμαι της δοκιμής στο Ηνωμένο Βασίλειο».
Ο ίδιος τόνισε στο Live News, ότι η θεραπεία φαίνεται να έχει προοπτικές εφαρμογής σε πολλούς διαφορετικούς τύπους καρκίνου και ότι η ανταπόκριση πιθανόν να εξαρτάται τόσο από τα χαρακτηριστικά του ίδιου του όγκου όσο και από τον κάθε ασθενούς ξεχωριστά. Μέχρι στιγμής, η μελέτη έχει συμπεριλάβει ασθενείς με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, της ουροδόχου κύστης, του ήπατος, του παχέος εντέρου, του πνεύμονα, καθώς και καρκίνους κεφαλής και τραχήλου, με ενδείξεις αποτελεσματικότητας σε όλες τις κατηγορίες.
«Έχουμε δει ενδείξεις αποτελεσματικότητας σε όλους αυτούς τους τύπους καρκίνου».
Ο Δρ Συμεωνίδης στάθηκε ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ασθενών που συμμετέχουν στη μελέτη από τα πρώτα της στάδια και έχουν παρουσιάσει σημαντικό και διατηρήσιμο όφελος. Όπως είπε, σε ορισμένους ασθενείς οι όγκοι συρρικνώθηκαν και παραμένουν μικρότεροι για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ οι παρενέργειες είναι περιορισμένες, επιτρέποντάς τους να συνεχίζουν την καθημερινότητά τους.
«Η νόσος τους συρρικνώθηκε και παραμένει μικρότερη μέχρι σήμερα, με ελάχιστες παρενέργειες. Έχουν καταφέρει να συνεχίσουν κανονικά την καθημερινή τους ζωή».
Περιγράφοντας τον τρόπο χορήγησης της θεραπείας, ανέφερε ότι το φάρμακο δίνεται για τρεις εβδομάδες και ακολουθεί διάλειμμα άλλων τριών εβδομάδων, με στόχο να δημιουργούνται επαναλαμβανόμενα κύματα ανοσολογικής επίθεσης κατά του καρκίνου. Παράλληλα, χορηγείται σε συνδυασμό με την ήδη εγκεκριμένη ανοσοθεραπεία cemiplimab, η οποία διατηρεί ενεργοποιημένα τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, τουλάχιστον ένας στους πέντε ασθενείς παρουσίασε συρρίκνωση της νόσου, παρά το γεγονός ότι όλοι είχαν ήδη λάβει ανοσοθεραπεία χωρίς επιτυχία.
«Σε τουλάχιστον 20% των ασθενών η νόσος συρρικνώθηκε, παρότι όλοι είχαν προηγουμένως λάβει ανοσοθεραπεία που δεν είχε λειτουργήσει».
Ο καθηγητής υπογράμμισε ακόμη ότι μία από τις μεγαλύτερες ανταμοιβές για τους ερευνητές είναι να βλέπουν ασθενείς να ωφελούνται από θεραπείες που βρίσκονται ακόμη στα πρώτα στάδια ανάπτυξης, εκφράζοντας την ελπίδα ότι η νέα προσέγγιση θα μπορέσει στο μέλλον να βοηθήσει πολύ περισσότερους ανθρώπους.
«Αυτό είναι το σπουδαίο σε μια τέτοια κλινική δοκιμή: να βλέπεις τους ασθενείς σου να ωφελούνται από αυτές τις πρώιμες ανακαλύψεις και να ελπίζεις ότι στο μέλλον η θεραπεία θα βοηθήσει πολλούς ακόμη ασθενείς».
Τέλος, αναφέρθηκε στη σημαντική παρουσία Ελλήνων και Κυπρίων επιστημόνων στη διεθνή ογκολογική έρευνα. Όπως σημείωσε, συναντά συχνά ερευνητές ελληνικής και κυπριακής καταγωγής σε μεγάλα ερευνητικά προγράμματα για τον καρκίνο, ενώ αποκάλυψε ότι στο συνέδριο όπου παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της μελέτης, τουλάχιστον 50 επιστημονικές εργασίες είχαν ερευνητές από την Ελλάδα ή την Κύπρο.
«Στο συνέδριο από το οποίο μόλις επέστρεψα, τουλάχιστον 50 μελέτες είχαν ερευνητή από την Ελλάδα ή την Κύπρο».
Φωτογραφία: istock