Iatropedia

Nέος πρωτεϊνικός στόχος για τα εμβόλια Covid-19 ανοίγει τον δρόμο για αποτελεσματικότερη ανοσία μελλοντικά

Η ανακάλυψη βασίστηκε στη μελέτη ανθρώπων (υγειονομικών σε νοσοκομεία του Λονδίνου) που φάνηκε να μην αρρωσταίνουν καθόλου από τον κορονοϊό SARS-CoV-2, παρόλο που εκτίθεντο συχνά σε αυτόν.

Η επόμενη γενιά εμβολίων Covid-19 θα μπορούσε να μην στοχεύει πλέον στην πρωτεΐνη-ακίδα του κορονοϊού, όπως κάνουν τα τωρινά εμβόλια, αλλά στην πρόκληση ανοσολογικής απόκρισης ενάντια στις λεγόμενες «πρωτεΐνες αναπαραγωγής», οι οποίες παίζουν ζωτικό ρόλο στα αρχικά στάδια πολλαπλασιασμού του ιού μέσα στο ανθρώπινο σώμα, όπως ανακοίνωσαν επιστήμονες στη Βρετανία.

Ο σχεδιασμός τέτοιων νέου τύπου εμβολίων πιθανώς θα καταστήσει εφικτό να καταστρέφεται ο κορονοϊός αμέσως, προτού προκαλέσει εκτεταμένη λοίμωξη στον οργανισμό, κάτι που θα συμβάλει καθοριστικά στον περιορισμό της εξάπλωσης του. Μάλιστα, οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια Μάλα Μαΐνι και τον δρα Λίο Σουάντλινγκ του Τμήματος Λοιμωξιολογίας και Ανοσολογίας του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο «Nature», ευελπιστούν ότι η ανακάλυψη τους μπορεί να οδηγήσει στη δημιουργία ενός «παν-εμβολίου» αποτελεσματικού εναντίον όλων των κορονοϊών, συμπεριλαβανομένων όσων προκαλούν κρυολογήματα.

Η ανακάλυψη βασίστηκε στη μελέτη ανθρώπων (υγειονομικών σε νοσοκομεία του Λονδίνου) που φάνηκε να μην αρρωσταίνουν καθόλου από τον κορονοϊό SARS-CoV-2, παρόλο που εκτίθεντο συχνά σε αυτόν. Κάτι ανάλογο έχει διαπιστωθεί ότι συμβαίνει με κάποιους ανθρώπους, καθώς παρόλο που έχουν μολυνθεί όλα τα μέλη μιας οικογένειας, κάποιος παραμένει αλώβητος μέσα στο σπίτι.

Η περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι στην πραγματικότητα ορισμένοι άνθρωποι (περίπου το 10% έως 15% όσων μελετήθηκαν), αντί να αποφεύγουν τελείως τη μόλυνση από τον ιό, έχουν μια πολύ χαμηλού επιπέδου ασυμπτωματική λοίμωξη που δεν είναι ανιχνεύσιμη στα τεστ και η οποία όμως δημιουργεί αυξημένα επίπεδα Τ-κυττάρων ειδικά εναντίον του κορονοϊού, «καθαρίζοντας» έτσι άμεσα τον ιό.

Όπως ανέφερε η Μαΐνι, «η έρευνα μας δείχνει ότι τα άτομα που αντιστέκονται φυσικά στη λοίμωξη από SARS-CoV-2, δημιουργούν Τ-κύτταρα μνήμης που στοχεύουν στις πρωτεΐνες αναπαραγωγής των μολυσμένων κυττάρων. Αυτές οι πρωτεΐνες, που χρειάζονται στον πρωταρχικό στάδιο του κύκλου ζωής του ιού, μόλις αυτός εισδύει σε ένα κύτταρο, είναι κοινές σε όλους τους κορονοϊούς και είναι απίθανο να αλλάξουν ή να μεταλλαχθούν».

Γι’ αυτό, πρόσθεσε, «‘ένα εμβόλιο που θα ωθούσε τα Τ-κύτταρα να αναγνωρίζουν και να στοχεύουν τα μολυσμένα κύτταρα, τα οποία εκφράζουν τέτοιες πρωτεΐνες, ουσιώδεις για την επιτυχία του κορονοϊού, θα ήταν πιο αποτελεσματικό στην πρόωρη εξάλειψη του SARS-CoV-2. Ενώ μπορεί να έχει και το επιπρόσθετο όφελος ότι θα αναγνωρίζει επίσης άλλους κορονοϊούς που σήμερα μολύνουν τους ανθρώπους ή που μπορεί να το κάνουν στο μέλλον».

Τα εμβόλια επόμενης γενιάς μπορεί να συνδυάζουν αυτούς τους δύο στόχους: τόσο την πρωτεΐνη-ακίδα του κορονοϊού με την οποία «τρυπώνει» στα κύτταρα και τα μολύνει, όσο και τις πρωτεΐνες αναπαραγωγής που αμέσως μετά χρησιμοποιεί για να πολλαπλασιαστεί. Σύμφωνα με τους ερευνητές, με τον τρόπο αυτό τα μελλοντικά εμβόλια θα παρέχουν επιπρόσθετη ανοσολογική προστασία.

Όπως τόνισε η Μαΐνι, «ένα τέτοιο εμβόλιο διπλής δράσης θα παρέχει περισσότερη ευελιξία έναντι των μεταλλάξεων, αλλά και μεγαλύτερης διάρκειας ανοσία».

(Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση)