Μέσα στον τελευταίο χρόνο, η κυβέρνηση Τραμπ μετέτρεψε την αντιεμβολιαστική ρητορική σε επίσημη πολιτική για τα εμβόλια, προκαλώντας θεσμική αποσταθεροποίηση, ανησυχία στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα και σύγχυση στους πολίτες των ΗΠΑ.
Ταυτόχρονα, η νέα πραγματικότητα προκαλεί ισχυρούς τριγμούς στην αγορά της φαρμακοβιομηχανίας, με τα έσοδα να μειώνονται και τις επενδύσεις να παγώνουν.
Σύμφωνα με επενδυτές και αναλυτές του κλάδου, Τραμπ και Κένεντι έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον αυξημένου ρίσκου και επενδυτικής επιφύλαξης, ιδιαίτερα για τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται κυρίως στην παραγωγή εμβολίων.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, καλούνται πλέον να προσαρμοστούν τόσο οι μεγάλοι παγκόσμιοι όμιλοι, όπως οι GSK, Sanofi, Pfizer και Merck, όσο και μικρότεροι «παίκτες» όπως η Moderna, η Novavax και η BioNTech, οι οποίοι δέχονται μεγαλύτερες πιέσεις λόγω της εξάρτησής τους από τα έσοδα των εμβολίων.
Αυτή η γενικευμένη αναστάτωση στη φαρμακοβιομηχανία, έχει προκαλέσει και συνήθιστες δημόσιες αντιδράσεις από κορυφαίους εκπροσώπους του κλάδου. Σε πρόσφατο συνέδριο υγείας, οι διευθύνοντες σύμβουλοι της Pfizer και της Sanofi, Άλμπερτ Μπουρλά και Πολ Χάντσον αντίστοιχα, κατήγγειλαν ανοιχτά τη ρητορική της κυβέρνησης των ΗΠΑ, τονίζοντας ότι η διασπορά παραπληροφόρησης γύρω από τα εμβόλια πλήττει τη δημόσια υγεία και υπονομεύει την εμπιστοσύνη στην επιστήμη.
«Αυτό που συμβαίνει δεν έχει καμία επιστημονική βάση και απλώς εξυπηρετεί μια πολιτική και αντιεμβολιαστική ατζέντα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μπουρλά, εκφράζοντας την έντονη απογοήτευσή του. Παράλληλα προειδοποίησε πως η ανατροπή των επίσημων εμβολιαστικών συστάσεων και των καθιερωμένων πολιτικών πρόληψης, οδηγεί σε μείωση των εμβολιασμών και αύξηση των κινδύνων για τη δημόσια υγεία.
- Διαβάστε επίσης – ΗΠΑ: Φαρμακευτικοί κολοσσοί κατά Τραμπ για τα εμβόλια – Σφοδρή επίθεση Pfizer σε Κένεντι
ΗΠΑ -Πολιτικές πιέσεις και οι επιπτώσεις τους
Παρά το ότι οι μακροπρόθεσμες προοπτικές για τους κατασκευαστές εμβολίων παραμένουν θετικές, αφού τα εμβόλια εξακολουθούν να θεωρούνται το πιο αποτελεσματικό εργαλείο πρόληψης ασθενειών, οι επενδυτές τονίζουν ότι η αβεβαιότητα έχει αυξηθεί σημαντικά.
«Δυστυχώς, η επιτυχία ή η αποτυχία θα εξαρτώνται από τις απόψεις λίγων ανθρώπων,» δήλωσε ο αναλυτής Μπιλ Μόγκαν της Clear Street, ενώ αρκετοί επενδυτές, δήλωσαν ότι προτιμούν να στηρίζουν μεγάλες εταιρείες με λιγότερη εξάρτηση από έσοδα εμβολίων, όπως η GSK, η Sanofi, η Pfizer και η Merck.
Σύμφωνα με 15 επενδυτές και αναλυτές που μίλησαν στο Reuters, οι αλλαγές έχουν ήδη οδηγήσει σε μείωση της χρήσης εμβολίων, έχουν πλήξει τις επενδυτικές προοπτικές ορισμένων βιοτεχνολογικών εταιρειών και αναμένεται να μειώσουν τα έσοδα και να αυξήσουν το κόστος για πολλές εταιρείες τα επόμενα χρόνια.
Ο Στίβεν Φαρέλι, επικεφαλής φαρμάκου και υγειονομικής περίθαλψης στην ING, δήλωσε: «Τα εμβόλια δεν θα είναι περιοχή ανάπτυξης υπό τη σημερινή διοίκηση», υποδηλώνοντας ότι ο κλάδος μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες έως το 2028.
ΗΠΑ -Αντιεμβολιαστική ρητορική στην πολιτική εμβολιασμών
Ο Κένεντι, γνωστός για τις αντιεμβολιαστικές του απόψεις και την αμφισβήτηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των εμβολίων, παρά τη συντριπτική επιστημονική τεκμηρίωση, προχώρησε άμεσα, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στο Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ, σε δραστικές αλλαγές.
Κυριότερες αυτών των αλλαγών οι εξής:
- Απομάκρυνε την επιτροπή ανεξάρτητων επιστημόνων, την οποία αντικατέστησε με πρόσωπα που συμμερίζονται τις απόψεις του
- Περιόρισε τις επίσημες συστάσεις για τον εμβολιασμό εγκύων και παιδιών κατά της COVID-19
- Κατήργησε τη μακροχρόνια οδηγία για καθολικό εμβολιασμό όλων των παιδιών κατά της γρίπης και της ηπατίτιδας Α
- Επανέφερε παρωχημένους ισχυρισμούς περί σύνδεσης εμβολίων με τον αυτισμό
Οι παραπάνω ενέργειες συνιστούν μια σαρωτική αναθεώρηση του παιδικού προγράμματος εμβολιασμών, η οποία μάλιστα αποφασίστηκε και εφαρμόστηκε χωρίς τη συνήθη επιστημονική διαβούλευση, με ανεξάρτητους ειδικούς.
Αρχικά, επενδυτές και αναλυτές εκτιμούσαν ότι ο διορισμός του Κένεντι συνιστούσε περισσότερο έναν επικοινωνιακό «θόρυβο» παρά μια ουσιαστική απειλή για τον κλάδο. Όμως, καθώς οι πολιτικές του αποφάσεις άρχισαν να έχουν απτές επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς, οι ανησυχίες εντάθηκαν.
Αντίδραση από την αγορά και τη δημόσια υγεία
Οι εταιρείες που έχουν ήδη αρχίσει να βλέπουν τις συνέπειες, όπως η GSK και η Sanofi, ανέφεραν χαμηλότερες πωλήσεις εμβολίων γρίπης στις ΗΠΑ το τρίτο τρίμηνο, παρά τη σοβαρή πορεία της εποχικής γρίπης.
Τον Οκτώβριο, η αυστραλιανή φαρμακευτική εταιρεία CSL ανακοίνωσε την αναβολή της σχεδιαζόμενης απόσχισης της μονάδας εμβολίων Seqirus από τον κύριο επιχειρηματικό της κορμό.
Επρόκειτο για μια στρατηγική επιχειρηματική κίνηση που θα επέτρεπε στη μονάδα να λειτουργεί ως αυτόνομη εταιρεία.
Η CSL ανακάλεσε το σχέδιο απόσχισης, επικαλούμενη «ενισχυμένη αστάθεια» στην αγορά. Η αστάθεια, σύμφωνα με την CSL, αποδίδεται κυρίως στη σημαντική πτώση των ποσοστών εμβολιασμού στις ΗΠΑ, μία από τις βασικές αγορές της εταιρείας.
Η εξέλιξη αυτή περιόρισε τις προοπτικές κερδοφορίας της μονάδας, καθιστώντας τη διάσπαση λιγότερο συμφέρουσα τη δεδομένη χρονική στιγμή.
«Υπάρχει σαφής αντίδραση του καταναλωτή στην αφήγηση που προέρχεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες», σχολίασε ο αναλυτής Μάικλ Λόιχτεν, της Jefferies (παγκόσμια επενδυτική τράπεζα και εταιρεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες).
Μακροπρόθεσμες εκτιμήσεις και δημόσια υγεία
Ορισμένοι επενδυτές εκτιμούν ότι η ζήτηση για εμβολιασμούς και μέτρα πρόληψης μπορεί να ανακάμψει. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί σε περίπτωση νέων επιδημιών ή έξαρσης μεταδοτικών νοσημάτων.
Ήδη, η εμφάνιση κρουσμάτων ιλαράς στη Νότια Καρολίνα και η βαριά φετινή σεζόν γρίπης δείχνουν αυτή την τάση. Σύμφωνα με το CDC, κατά την περίοδο 2025–26 έχουν καταγραφεί πάνω από 11 εκατομμύρια περιστατικά γρίπης και 5.000 θάνατοι στις ΗΠΑ.
Οργανώσεις υγείας, όπως η American Academy of Pediatrics, έχουν προσφύγει στη δικαιοσύνη κατά των πολιτικών του Κένεντι, με την έκβαση αυτών των νομικών ενεργειών να παραμένει αβέβαιη.
Την ίδια ώρα, αναλυτές τονίζουν ότι η παρατεταμένη αβεβαιότητα και η έντονη αμφισβήτηση των εμβολίων δυσκολεύουν την πρόβλεψη της ζήτησης και πλήττουν το επενδυτικό κλίμα στον κλάδο.
«Οι επενδυτές συχνά εστιάζουν στο άμεσο, ενώ οι φαρμακευτικές εταιρείες σχεδιάζουν με μακροπρόθεσμη προοπτική», σχολιάζει ο διαχειριστής χαρτοφυλακίου Λίντεν Τόμσον.
Φωτογραφία: istock