Πρόκειται για την εξέταση Lumipulse, η οποία αναλύει στο αίμα δύο πρωτεΐνες που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, την p-tau217 και το β-αμυλοειδές 1-42. Από την αναλογία που προκύπτει από τα αποτελέσματα της εξάτασης στους δύο αυτούς συγκεκριμένους βιοδείκτες, μπορεί να προκύψουν ενδείξεις σχετικά με την παρουσία αμυλοειδών πλακών στον εγκέφαλο.
Η μέθοδος έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή μπορεί, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, να περιορίσει την ανάγκη για πιο σύνθετες διαγνωστικές διαδικασίες, όπως η απεικόνιση PET ή η ανάλυση εγκεφαλονωτιαίου υγρού.
Μια απλή αιμοληψία αντί για πιο επεμβατικές εξετάσεις
Μέχρι σήμερα, η διερεύνηση της παρουσίας παθολογίας που σχετίζεται με το Αλτσχάιμερ δεν αποκλείεται να γινόταν μέσω εξετάσεων όπως το PET scan ή τη λήψη εγκεφαλονωτιαίου υγρού μέσω οσφυονωτιαίας παρακέντησης.
Η εξέταση αίματος προσφέρει μια σαφώς λιγότερο επεμβατική επιλογή, καθώς χρειάζεται μόνο ένα δείγμα αίματος.
Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η αιματολογική εξέταση αντικαθιστά αυτομάτως όλες τις υπόλοιπες διαγνωστικές διαδικασίες. Η αμερικανική Υπηρεσία Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), η οποία έδωσε έγκριση στη συγκεκριμένη εξέταση τον Μάιο του 2025, διευκρινίζει ότι προορίζεται για ενήλικες ηλικίας 55 ετών και άνω που εμφανίζουν σημεία ή συμπτώματα συμβατά με τη νόσο.
Δεν αποτελεί αυτόνομο διαγνωστικό τεστ ούτε προορίζεται για προληπτικό screening σε ανθρώπους χωρίς συμπτώματα. Τα αποτελέσματά της πρέπει να αξιολογούνται σε συνδυασμό με την κλινική εικόνα και, όπου χρειάζεται, με άλλες εξετάσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν, μεταξύ όσων είχαν θετικό αποτέλεσμα στην εξέταση, το 91,7% παρουσίαζε επιβεβαιωμένη παρουσία αμυλοειδών πλακών στις αντίστοιχες εξετάσεις αναφοράς. Αντίστοιχα, από όσους είχαν αρνητικό αποτέλεσμα, το 97,3% δεν παρουσίαζε αμυλοειδείς πλάκες.
Ποσοστό μικρότερο του 20% των εξεταζόμενων έλαβε αποτέλεσμα που χαρακτηρίστηκε ακαθόριστο.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν τη διαγνωστική αξία της συγκεκριμένης μεθόδου, πάντα όμως στο πλαίσιο της κατάλληλης κλινικής αξιολόγησης και όχι ως μεμονωμένο τεστ που μπορεί να επιβεβαιώσει από μόνο του τη νόσο.
Η νέα τεχνολογία και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο
Η συγκεκριμένη εξέταση πραγματοποιείται πλέον στο Εργαστήριο Νευροεκφυλιστικών Νοσημάτων του ΚΕΔΕΚ του ΑΠΘ, στη Θέρμη.
Το εργαστήριο διαθέτει τον αναλυτή Lumipulse G600II, στον οποίο πραγματοποιούνται οι αναλύσεις των βιοδεικτών.
Την επιστημονική ομάδα του εργαστηρίου συντονίζει η καθηγήτρια Βιοχημείας Αναστασία Πανταζάκη, σε συνεργασία με τους ερευνητές και μεταδιδάκτορες Γεώργιο Κατσίπη και Ελένη Τζεκάκη.
Η κλινική αξιολόγηση των συμμετεχόντων πραγματοποιείται από την ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Ιατρικής και της Ελληνικής Εταιρείας Νόσου Alzheimer Μάγδα Τσολάκη.
Η δραστηριότητα εντάσσεται σε ερευνητικό έργο που αφορά τον προσδιορισμό βιοδεικτών σε βιολογικά υγρά ασθενών με νόσο Αλτσχάιμερ και άλλες νευροεκφυλιστικές παθήσεις.
Γιατί η έγκαιρη διάγνωση έχει σημασία
Η δυνατότητα ανίχνευσης βιοδεικτών της νόσου μέσω μιας απλής αιμοληψίας αποτελεί σημαντική εξέλιξη στην έρευνα και στην κλινική αξιολόγηση της νόσου Αλτσχάιμερ.
Η σημασία της έγκαιρης αναγνώρισης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη σε μια περίοδο κατά την οποία αναπτύσσονται θεραπείες που στοχεύουν συγκεκριμένους μηχανισμούς της νόσου και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε επιλεγμένους ασθενείς στα πρώιμα στάδια.
Παράλληλα, η ακριβέστερη διάγνωση μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να οργανώσουν καλύτερα την παρακολούθηση και τη φροντίδα του ασθενούς και να περιορίσουν, όπου είναι εφικτό, την ανάγκη για πιο δύσκολες ή επεμβατικές εξετάσεις.
Ένα νέο εργαλείο, όχι μια «μαγική» εξέταση
Η εξέλιξη των αιματολογικών βιοδεικτών αλλάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται η νόσος Αλτσχάιμερ. Η δυνατότητα να αναζητούνται στον οργανισμό συγκεκριμένες πρωτεΐνες που συνδέονται με την παθολογία της νόσου δίνει στους γιατρούς ένα ακόμη εργαλείο στη διαγνωστική φαρέτρα.
Ωστόσο, η νέα εξέταση δεν καταργεί την ιατρική αξιολόγηση ούτε σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει μια αιμοληψία και να πληροφορηθεί εάν θα εμφανίσει Αλτσχάιμερ στο μέλλον.
Η πραγματική αξία της βρίσκεται στην έγκαιρη και πιο εύκολη διερεύνηση ανθρώπων που ήδη παρουσιάζουν συμπτώματα ή γνωστική έκπτωση, σε συνδυασμό με την κλινική εκτίμηση και τις υπόλοιπες διαθέσιμες εξετάσεις.
Για την Ελλάδα, η εφαρμογή της συγκεκριμένης τεχνολογίας στο ΑΠΘ αποτελεί ένα ακόμη βήμα στην αξιοποίηση των σύγχρονων βιοδεικτών για τις νευροεκφυλιστικές νόσους και στη μετάβαση προς μια περισσότερο ακριβή και λιγότερο επεμβατική διαγνωστική προσέγγιση.
Φωτογραφία: iStock